SAM 1785Τήν Κυριακή Δ΄ Ματθαίου, 28η Ἰουνίου τ.ἔ., ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Θεόκλητος μέ τή συνοδεία του, δηλαδή τόν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Παν/το Ἀρχιμ. π. Χρυσόστομο Μαϊδώνη καί τούς διακόνους π. Ἐφραίμ Τσόλη καί π. Μελέτιο Τσόγκα, ἐπεσκέφθη τήν Ἐνορία Ἁγίου Νικολάου Ἀμμουλιανῆς, ὅπου στό λιμάνι τόν ἀνέμεναν ὁ Ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας Οἰκονόμος π. Ἀντώνιος Βακόπουλος καί ὁ ἐξ Ἀμμουλιανῆς καταγόμενος συνταξιοῦχος Πρωτοπρεσβύτερος π. Παναγιώτης Τζουβελέκης.

SAM 1804Τό χριστεπώνυμο πλήρωμα τοῦ νησιοῦ ὑπερεπλήρωσε τόν παραδοσιακό Ἱερό Ναό, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἀντιδήμαρχο κ. Ἀργύρη Τσακνῆ, Ἀμμουλιανιώτη, τόν Πρόεδρο τοῦ Τοπικοῦ Συμβουλίου κ. Κωνσταντῖνο Τσακνῆ, Δημοτικούς καί Τοπικούς Συμβούλους καί Προέδρους Τοπικῶν Φορέων.

Ὁ Σεβασμιώτατος στήν ὁμιλία του, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν Εὐαγγελική Περικοπή, τοῦ Ἐκατοντάρχου, δηλαδή, τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ πού ἔπεσε στα πόδια τοῦ Κυρίου στήν Καπερναούμ κράζοντας: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου ὑποφέρει στό σπίτι μου παράλυτος καί κατάκοιτος καί βασανίζεται φοβερά» (Ματθ. η΄ 6), «πές ἕνα λόγο, Κύριε καί θά γιατρευτῆ ὁ δοῦλος μου» (Ματθ. η΄ 8), κήρυξε γιά τήν ἀξία πού ἔχει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ μας.

SAM 1853Ὅταν ὁ Κύριος - ὁ ἀφέντης – γονατίζη καί παρακαλῆ γιά τό δοῦλο του, εἶπε ὁ Δεσπότης, τότε ξεπηδάει ξέφρενα ἀπό τήν καρδιά ἡ μεγαλοσύνη τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, μᾶλλον δέ τό ἄτομο μεταποιεῖται σέ πρόσωπο, γιατί πετυχαίνει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά βρῆ, νά συναντήση τόν ἄνθρωπο.

Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται, εἶπε ὁ ὁμιλητής, στό ὅτι εἶναι θεόπλαστος, ὅτι δηλαδή τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός τόν ἔπλασε πρόσωπο, τόν προίκισε μέ προσωπικότητα, προσδίδοντας προσωπικό χαρακτήρα καί ἀξία στή ζηλευτή ὕπαρξή του. Νά γιατί ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει τήν βεβαιότητα καί τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἕνας, μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος χαρακτήρας, πράγματα πού καθορίζουν τήν ὕπαρξη καί τήν ἀξία του.

SAM 1879Νά γιατί λοιπόν, συνέχισε ὁ Ἐπίσκοπος, εἶναι θέμα καί ζήτημα ζωῆς καί θανάτου, νά γιατί ἀποβαίνει ὕψιστη ἡ ἀνάγκη τοῦ «ἀνοίγματος» τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄλλον. Ἡ έπικοινωνία μέ τούς ἄλλους προσφέρει ἐμπειρίες αὐτοσυνειδησίας πού θεραπεύουν, πού ἀνακουφίζουν, πού ἀναπλάθουν καί χαριτώνουν τήν ποιότητα τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, γλυκαίνοντας τήν βαριά ἀτμόσφαιρα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἔχουν τεράστια θεραπευτική ἀξία. Ἄς τό καταλάβουμε, ἡ ἀρνητική κρίση μας ὡς πρός τόν ἄλλο, εἶναι ἀρνητική κρίση κατά τοῦ ἑαυτοῦ μας. Κάθε φορά πού παρεξηγοῦμε ἤ ἀρνούμεθα τόν πλησίον, ἀδικοῦμε τόν ἑαυτό μας, παραποιοῦμε τήν δική μας ἀτομικότητα, ἀρνούμαστε τήν αὐτοεκτίμησή μας, διαστρέφουμε τήν ἀτομικότητα καί τήν ἀντίληψη πού ἔχουμε γιά τόν ἑαυτό μας.

Καί κατέληξε: «Ὁ ἄλλος εἶναι αὐτός πού εἶναι. Εἴμαστε σέ θέση ἄραγε νά τόν κατανοήσουμε ὅπως εἶναι; Ἄν ναί, τότε στό ἐρώτημα πού μᾶς βασανίζει ἀπό τήν ὥρα πού γεννιόμαστε “ποιός εἶναι ὁ ἄλλος καί μέ ποιά μέτρα ὀφείλουμε νά τόν δοῦμε”, ἡ ἀπάντηση εἶναι: “ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός”! Ἄν ὄχι, τότε κατεβάζουμε τόν ἑαυτό μας στόν τάφο καί τόν θάβουμε μέ τό ἐγώ καί τό θέλω μας».