ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Μητροπολίτης
 Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου

Ἀρναία Χαλκιδικῆς 2012

 Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΕ,
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα ἅγιε Ἰκονίου κ. ΘΕΟΛΗΠΤΕ, ἐκπρόσωπε τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ,
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα ἅγιε Κασσανδρείας κ. ΝΙΚΟΔΗΜΕ, Τοποτηρητά τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως,
Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Πανοσιολογιώτατε Ἐκπρόσωπε τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγιωνύμου  Ὄρους Ἄθω καί Καθηγούμενε τῆς Ἱερᾶς καί Σεβασμίας Μονῆς Καρακάλλου, Ἀρχιμανδρῖτα κ. ΦΙΛΟΘΕΕ,
Εὐλαβέστατοι ἀδελφοί Συμπρεσβύτεροι καί Διάκονοι,
Ὁσιώτατοι Μοναχοί καί Μοναχές,
Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ,
Ἐξοχώτατε κ. πρώην Ὑπουργέ,
Ἐντιμότατοι κ. Ἀντιπεριφερειάρχαι,
Ἐντιμότατοι κ. Βουλευταί,
Ἐντιμότατοι κ. Δήμαρχοι,
Ἐντιμότατοι Ἐκπρόσωποι τῶν Πολιτικῶν, Δικαστικῶν, Ἐκπαιδευτικῶν, Στρατιωτικῶν, Ἀστυνομικῶν καί λοιπῶν Ἀρχῶν,
Λαέ τοῦ Κυρίου Εὐλογημένε, ἀγαπητά πνευματικά μου τέκνα,
Μετά τήν ἐκλογή καί χειροτονία ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ καί ἀσήμου, ἦλθε ἡ εὐλογημένη ὥρα τῆς ἐνθρονίσεώς μου στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου πού ὁ Κύριος ηὐδόκησε νά μέ καταστήση ποιμένα καί οἱ σεπτοί Ἱεράρχαι οἱ συγκροτοῦντες τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τήν τιμία ψῆφο τους μέ ἀνεβίβασαν στόν τρίτο τῆς Ἱερωσύνης βαθμό καί σ’αὐτήν τήν περίοπτη ἐπισκοπική θέση.

Εὐλογῶ τό Ὄνομα Κυρίου καί ἀπό μέσης καρδίας εὐχαριστῶ σύμπαντα τόν Σύλλογο τῶν ἁγίων Ἀρχιερέων.
Μά τό ὕψος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος δυσθεώρητο, ὑπερμεγέθης ὁ σταυρός καί τό βάρος τῶν εὐθυνῶν μέγα. Εἶναι ἐπακόλουθο, λοιπόν, μέ τήν πρώτη ἄνοδο σ’αὐτόν τόν ἐπισκοπικό θρόνο νά λυγίζουν τά γόνατα, νά συγκλονίζεται ὁ ἔσω μου ἄνθρωπος καί ἀπό τά μύχια τῆς ψυχῆς ποικίλα ἐρωτήματα νά ἀναδύωνται, τόσο πρός τό λογικό, ὅσο κυρίως πρός τή συνείδησή μου.

Ἀλλά ἰδού˙ ἕνα χέρι στιβαρό αὐτή τή στιγμή μέ στηρίζει καί μιά φωνή γνώριμη ἀπ’ τό ὕψος τῶν οὐρανίων δωμάτων μέ καθησυχάζει καί μέ θάλπει: «… οὐ μή σέ ἀνῶ˙ οὐδ’ οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω…» (Ἑβρ. ιγ΄ 5). Εἶναι ἡ Πατρική φωνή τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» (Ἑβρ. α΄ 1) ἐλάλησεν πρός τούς Δικαίους, τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί Ἁγίους Του, στά τέκνα Του ἀνά τούς αἰῶνες καί δή σάν φίλος πρός φίλους. Καί τί μοῦ λέγει˙ «Ὄχι δέν θά σέ ἀφήσω καί δέν θά σέ ἐγκαταλείψω ποτέ.»

Ἀνακούφιση καί βάλσαμο πλημμυρίζουν τό εἶναι μου, ὅμοια μέ ἐκεῖνα πού στήριξαν τούς πόδες τοῦ Μωυσέως, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τοῦ Δαυΐδ, τοῦ Σολομῶντος, τοῦ Μεγάλου Παύλου, τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ κατά τήν πάνσοφο Οἰκονομία Του πρός σωτηρίαν τοῦ κόσμου ἀπ’ ἀρχῆς ἕως ἐσχάτων, Οἰκονομία πού ἀποβλέπει στό νά συνάξη Κύριος ὁ Θεός τήν Κληρονομία Του εἰς τούς κόλπους Του, ἀπ’ ὅπου καί προῆλθε.

Ποιός ὅμως στηριγμός, τί εἴδους βακτηρία μοῦ προσφέρεται ἀπό τόν Θεῖο Δομήτορα καί γιά ποιό σκοπό; Ποιό ἔργο ἀνατίθεται στήν ἀναξιότητά μου;

Ἡ ἀπάντησις ἁπλή˙ Ἐκεῖνο τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας. Λοιπόν, τί σημαίνει Ἐπίσκοπος;

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική Παράδοση, καθώς παρατηρεῖ ὁ μακαριστός π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι ἡ πηγή, τό κέντρο καί τό περιεχόμενο καί τῆς Ἱερωσύνης καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας. Οὐσιαστικά ἡ Ἱερωσύνη Του ὡς Αἰωνίου Ἀρχιερέως εἶναι ἡ Ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ θεανθρώπινη ἐξουσία Του εἶναι ἡ ἱεραρχική ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας, καθότι ὁ Κύριος εἶναι ἡ αὐτόρριζα τῆς Ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ σύμπαντος κόσμου, γιά νά ζήση ὁ κόσμος, εἶναι ἡ αὐτοζωή.

Ὁ Ἐπίσκοπος κατά τήν θεολογία τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων καί μάλιστα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου εἶναι τύπος τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ὡραιότατα παρατηρεῖ˙ Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «θύρα τοῦ Πατρός, δι’ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ καί οἱ Προφῆται καί οἱ Ἀπόστολοι καί ἡ Ἐκκλησία. Πάντα ταῦτα εἰς ἑνότητα τοῦ Θεοῦ». Τό ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «θύρα τοῦ Πατρός», δηλώνει τήν μοναδικότητα τοῦ λειτουργήματος τοῦ Ἐπισκόπου ὡς τύπου εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὡς τύπου εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός καί κατά συνέπεια ὡς ὁρατῆς κεφαλῆς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά μᾶς διδάξη ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «κεφαλή Χριστοῦ πληρώματος» καί ὅτι δέν ὑπάρχει καθ’ ἑαυτόν Ἐπίσκοπος ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀλλά οὔτε καί Ἐκκλησία ἄνευ τοῦ Ἐπισκόπου. Κάνοντας ἕνα βῆμα περισσότερο ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος στήν Ὀρθό¬δοξη Ὁμολογία του σημειώνει: «Τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα τόσο εἶναι ἀναγκαῖο στήν Ἐκκλησία, ὥστε χωρίς αὐτό νά μή μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νά ὑπάρχη, οὔτε χριστιανός νά ὀνομάζεται ἤ νά εἶναι κανείς. Γιατί ἐκεῖνος πού ἀξιώθηκε νά εἶναι Ἐπίσκοπος, ὡς ἀποστολικός διάδοχος…, εἶναι ζῶσα εἰκών τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ…καί τόσο πολύ τόν θεωροῦμε ἀναγκαῖο στήν Ἐκκλησία, ὅσο γιά τόν ἄνθρωπο θεωροῦμε ἀναγκαία τήν ἀναπνοή καί γιά τόν αἰσθητό κόσμο τόν ἥλιο… Ὅ,τι εἶναι ὁ Θεός γιά τήν οὐράνιο Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων καί ὁ ἥλιος γιά τόν κόσμο, τό ἴδιο ἀκριβῶς καί ὁ κάθε ἀρχιερεύς στήν κατά μέρος Ἐκκλησία».

Ὁ κατ’ ἐξοχήν ἐκκλησιοκεντρικός τῶν ἀρχαίων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Εἰρηναῖος, συμβουλεύει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας: «Γι’ αὐτόν τόν λόγο πρέπει νά ὑπακούωμε στούς πρεσβυτέρους, πού εἶναι στήν Ἐκκλησία καί ἔχουν, ὅπως ἀποδείξαμε, τήν διαδοχή τῶν Ἀποστόλων. Αὐτοί μαζί μέ τήν διαδοχή τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ἐπῆραν βέβαιο τό χάρισμα τῆς ἀληθείας σύμφωνα μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός… Ὅπου, λοιπόν, δόθηκαν τά χαρίσματα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ πρέπει νά μαθαίνωμε τήν ἀλήθεια˙ ἀπό αὐτούς πού ἔχουν τή διαδοχή στήν Ἐκκλησία ἀπό τούς Ἀποστόλους, κατέχουν δέ τό ὑγιές καί ἄμεμπτο τῆς ἀναστροφῆς, τό ἀκίβδηλο καί ἀδιάφθορο τοῦ λόγου». Καί ἐπισφραγίζει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος: «Πάντες τῷ Ἐπισκόπῳ  ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστός τῷ Πατρί καί τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀποστόλοις». Ὄντως φοβερή διατύπωσις, καθόσον γίνεται ἀναφορά καί παραλληλισμός τῆς σχέσεως καί περιχωρήσεως τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, μέ τήν σχέση Ἐπισκόπου-Πρεσβυτέρων καί πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Βεβαίως ἐδῶ προκύπτει ἕνα σοβαρό ἐρώτημα: Ἀπό ποῦ ἡ ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου; Καί γιατί ἡ Ἐκκλησία τόν περιβάλλει μέ τόσο σεβασμό καί ἀποδίδει σ’αὐτόν μεγάλη τιμή; Εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος διοικητής; Εἶναι ἕνα θεσμικό ὄργανο πού τοῦ ὀφείλουν τιμές; Εἶναι τμηματάρχης ὑψηλῶν ὑπηρεσιῶν ἤ ὑπουργός ἤ ἀφέντης δεσπότης;
Τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά! Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ποιμήν λειτουργός καί μάλιστα πρόεδρος και προεστώς τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως. Τό κύριο ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἡ Προεδρία τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἀπ’ αὐτήν πηγάζει ὅλη ἡ ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου καί ἡ ἁγιαστική καί ἡ ποιμαντική καί ἡ διοικητική. Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλα τά Μυστήρια ὁδηγοῦσαν στή Θεία Εὐχαριστία, ἦταν ὀργανικά μέρη τῆς Εὐχαριστιακῆς Λειτουργίας, εἶχαν τήν τελείωσή τους στό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου καί ἦσαν Μυστήρια ἀκριβῶς γιατί διέθεταν τή μαρτυρία καί τήν Εὐχαριστιακή συναίνεση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά πῆ χαρακτηριστικά˙ «Ἡμῶν δε σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ Εὐχαριστίᾳ», ἡ πίστη μας εἶναι Εὐχαριστιακή, δηλαδή εἶναι σύμφυτη μέ τήν Εὐχαριστία. Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι τό κάθε Ἱερό Μυστήριο ἀνάγεται στή σύσταση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τοῦ ἑνός δηλαδή Πάσχα πού πλουτίζει λίγο-λίγο μέ τή χάρη τῆς παρουσίας Ἐκείνου τόν χρόνο, τόν χῶρο, τά ὄντα καί διαποτίζει ἀργά μέ αἰωνιότητα τήν καρδιά τῶν πραγμάτων, προετοιμάζοντας τή μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σέ Ἐκκλησία, μᾶλλον δέ σέ Εὐχαριστία.

Κηρύσσομε μέ ὅλη μας τή δύναμη ὅτι πρωταρχικό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι τό νά ἡγῆται τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅλα τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα, γιατί ὅλα τά ἄλλα νοηματίζονται ἀπό τή σχέση τους μέ τή Θεία Εὐχαριστία, καθώς παρατηρεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. ΙΩΑΝΝΗΣ.

Ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος διοικῆ ἤ διαποιμαίνη τήν ἐπαρχία του ἤ διακονῆ τόν Λαό, τότε προεκτείνει τή χάρη καί τήν εὐλογία τῆς Θείας Εὐχαριστίας σέ ὅλους τούς τομεῖς καί τίς πτυχές τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἐπισκοποκεντρικό γεγονός στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι τό κέντρο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Εὐχαριστία χωρίς Ἐπίσκοπο δέν ὑπάρχει, ἀλλά οὔτε καί Ἐπίσκοπος χωρίς Εὐχαριστία.

Νά γιατί δέν μπορεῖ νά τελεσθῆ Θεία Λειτουργία χωρίς τό ἱερό  ἀντιμήνσιο ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα πού φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου καί ἀποτελεῖ κρίκο ἑνότητος τοῦ Ἐπισκόπου μέ τούς Πρεσβυτέρους, τοῦ Ἐπισκόπου μέ τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τίς ἀνά τόν κόσμο Ἐκκλησίες, συνδέοντας ἔτσι ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες μεταξύ τους σέ μία ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησία.

Τό ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι τό κέντρο τῆς Θείας Εὐχαριστίας πού διαποτίζει τά πάντα μέσα στήν Ἐκκλησία καί τά προσφέρει στόν Θεό, ἔχει ὡς κύριο σκοπό του τήν Ἐκκλησιαστική ἑνότητα, τήν ταύτιση τῶν πάντων μέ τήν γνώμη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀξία μυστηριακή κοινωνία τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ, τήν κατάλυση τῶν σχισμάτων, τήν ἑνότητα τοῦ πλήθους τῶν χριστιανῶν ὡς προϋπόθεση μετοχῆς τους στόν Θεό, τήν διακονία καί τό πλῆρες βίωμα τοῦ «Μυστηρίου τοῦ ὅλου Χριστοῦ», τήν ἀλώβητο διατήρηση τοῦ «καθολικοῦ νοῦ» καί τοῦ «σκοποῦ τῆς πίστεως» τῆς Ἐκκλησίας, κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο.

Τυγχάνει αὐτονόητο βεβαίως, πρός ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως, πώς ὅταν λέγεται ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι τό κέντρο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί ἡ πνευματική του ἐξουσία ἀπ’  ἐδῶ πηγάζει, δέν ἐννοεῖ καί δέν βλέπει, οὔτε ἀνέχεται ἡ Ἐκκλησία τόν Ἐπίσκοπο ὡς ἔχοντα κάποια προσωποπαγῆ, ἄτεγκτη καί ἀνεξέλεγκτη ἐξουσία, ἤ κάποια ξεχωριστή θεία εὔνοια ἤ τυραννική θεσμική ἰδιότητα. Ἀντιθέτως, ἐπειδή εἶναι ὁ προεστώς τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλει νά περιβάλλεται ἀπό τό «συνέδριο» τῶν Πρεσβυτέρων καί τόν ὅμιλο τῶν Διακόνων καί βεβαίως ἀπό σύμπασα τήν Ἐκκλησιαστική Σύναξη καί αὐτήν νά διακονῆ.

Ἔχει κατά κόρον λεχθῆ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος στήν Θεία Λειτουργία, κατά τόν Θεοφόρο Ἰγνάτιο, κάθηται εἰς τόπον καί τύπον Θεοῦ. Ναί, ἀλλά περιστοιχούμενος ἀπό τούς Πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν εἰς τύπον τῶν Ἀποστόλων. Μή λησμονοῦμε ὅτι τό λεγόμενο «Σύνθρονον» πού εὑρίσκεται σέ πολλούς Ἱερούς Ναούς ὄπισθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης, εἶναι εἰκόνα αὐτῆς τῆς θεωρήσεως τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν Πρεσβυτέρων ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Δέν εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ πάνω ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος συμβουλεύει τόν ἅγιο Πολύκαρπο Σμύρνης˙ «Μηδέν ἄνευ γνώμης σου γινέσθω˙ μηδέ σύ ἄνευ γνώμης Θεοῦ τι πράσσε». Τίποτε νά μήν γίνεται χωρίς τή γνώμη σου, ἀλλά καί σύ τίποτε νά μήν πράττης χωρίς τή γνώμη, τό θέλημα δηλαδή τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής συμπληρώνει˙ «Δέν κηρύσσω τίποτε ἰδικό μου˙ αὐτό πού διδάχθηκα ἀπό τούς Πατέρες, αὐτό καί κηρύσσω: «Ἐμόν μέν οὐδέν ἐρῶ παντελῶς˙ ὅ δέ παρά τῶν Πατέρων ἐδιδάχθην φημί». Καί τοῦτο διότι γιά τήν καθολική φύση τῆς  ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἰσχύει ἡ κλασσική φράσις τοῦ Βικεντίου Λειρίνου: «Teneamus quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est» (:Πρέπει νά διατηρήσωμε ὅ,τι ἐπιστεύθη παντοῦ, πάντοτε καί ἀπό πάντας).

Αὐτά ἔχοντες κατά νοῦ περί τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καί τῆς θέσεως τοῦ Ἐπισκόπου μέσα στήν Ἐκκλησία, ἤλθαμε στόν εὐλογημένο τοῦτο τόπο σήμερα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, γιά νά συμβάλωμε μέ ὅλες τίς φτωχές μας δυνάμεις στό ἔργο τό πνευματικό πού ἐπιτελεῖται αἰῶνες τώρα στά εὐλογημένα αὐτά ἱερά χώματα.

Ἐκοιμήθη ὁ μακαριστός Μητροπολίτης καί πνευματικός πατέρας τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως κυρός ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ τήν 16η μηνός Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτους. Ἄνθρωπος ἀρχοντικός καί γλυκύς, παραδοσιακός καί προοδευτικός συνάμα, φιλόλαος καί εὐγενής, συνεργάσιμος καί ρέκτης τοῦ μέτρου καί τοῦ σεμνομεγαλόπρεπου. Ἄνθρωπος πού ἐργάστηκε γιά τόν τόπο καί τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τόν εὐγνωμονοῦμε γι’ αὐτό. Ἄς εἶναι μακαρία ἡ ὁδός πού ἐπορεύθη καί ἡ μνήμη του αἰωνία. Ἀπό τῆς θέσεως αὐτῆς δηλοῦμεν ὅτι τό ἔργο γιά τό ὁποῖο ἐκοπίασε, ἐπραγμάτωσε καί ὀνειρεύτηκε νά φέρη εἰς πέρας, ὄχι μόνο εἰς τίποτε δέν θά ἀνακοπῆ, ἀλλά ἀντιθέτως μέ ζέση ψυχῆς καί ὅσο ὁ Κύριος τό ἐπιτρέψει θά συνεχισθῆ μέ πολλή ἀγάπη, μέ σεβασμό στίς ἁγιόλεκτες προθέσεις του καί θά αὐξηθῆ πρός δόξαν Θεοῦ καί μόνον. Τοῦτο συνιστᾶ προσωπική δέσμευση καί πρόθεση εἰλικρινῆ, ἀλλά καί πρόσκληση πρός τόν Ἱερό Κλῆρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καί τόν φιλόχριστο Λαό πρός συστράτευση καί πνευματικό πρός τοῦτο ἀγῶνα.

Καί ἡ Ἐκκλησία ἐθεώρησε καλό ὡς διάδοχό του νά ἐπιλέξη τήν ἐλαχιστότητά μου.

Ἀπολαμβάνω, λοιπόν, σήμερα τῆς πανέμορφης Χαλκιδικῆς τούς φυσικούς θησαυρούς καί τῆς καρδιᾶς σας τό μοσχοβόλημα πού ξεπερνᾶ κατά πολύ τά τοπικά σύνορα καί μοσχομυρίζει τήν Ἑλλάδα.

Καμαρώνω γιά τήν Ἀρναία, τήν χτισμένη κοντά στό τέλος τοῦ 15ου αἰῶνος ἀπό καλλιεργητές Μετοχίου τῆς ἁγιορείτικης Ἱερᾶς Μονῆς Κωνσταμονίτου, πνιγμένη στό πράσινο, μέ τούς περίφημους παραδοσιακούς οἰκισμούς της, τά νοσταλγικά-παραμυθένια καλντερίμια, τά πλακόστρωτα καί τούς γραφικούς πεζόδρομους, μέ σπάνια φυσική κι αἰσθητική ὀμορφιά, ἡλιοστάλακτη ἀρχόντισσα, πλουμισμένη μέ πρωτόγνωρες χάρες˙ τήν πρωτεύουσα τῆς ὁμοσπονδίας τῶν δώδεκα Μαντεμοχωρίων κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τήν ξακουστή Λιαρίγκοβη ἤ Λιαρίγκοβα, μέ στέμμα της τόν περίφημο ἀρχαιολογικό χῶρο τοῦ ὑψώματος «Προφήτης Ἠλίας». Ἀποτελεῖ τή φυσική συνέχεια τῶν δύο ἀρχαίων πόλεων, τῶν κτισμένων κοντά σ’αὐτήν, δηλαδή τῶν Ἀρνῶν καί τῆς Αὐγαίας.
Σεμνύνομαι γιά τήν Ἱερισσό, τήν πόλη τῶν καραβομαραγκῶν, πού πυργώνεται στή θέση τῆς ἀρχαίας Ἀκάνθου, ἀποικίας Ἀνδρίων καί Χαλκιδέων. Ἀνυπομονῶ νά γνωρίσω τό Μαῦρο της Ἁλώνι πού μέ διαταγή τοῦ Σιντίκ Γιουσούφ Μπέη ἔσφαξαν οἱ Τοῦρκοι 400 Ἱερισσιῶτες, θυσία πού τιμᾶται, ὡς τῆς ἁρμόζει, τήν Τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα μέ τόν περίφημο ΚΑΓΚΕΛΕΥΤΟ χορό. Ἀνυπομονῶ νά προσκυνήσω τά ἱερά χώματα πού πάτησαν κατά τόν Μακεδονικό ἀγῶνα τό ἡρωϊκό ἀντάρτικο Σῶμα τοῦ Καπετάν Γιώργη Γιαγλῆ, τοῦ ὑπαρχηγοῦ του Χριστοδούλου Τσόχα καί τοῦ γραμματέως του  Νικολάου Σέρπη. Ἀναζητῶ νοερά τά χνάρια τῆς ἀρχαίας πόλεως τῆς Ἀκάνθου, λείψανα τῶν τειχῶν τῆς ὁποίας, μαζί μέ τμῆμα τῆς ἀκροπόλεως καί διάσπαρτα ἀρχιτεκτονικά μέλη καί οἰκοδομικά ἀπομεινάρια ἑλληνιστικῶν χρόνων, παραμένουν αἰώνιες πτυχές ἄσβηστης συνέχειας ἱστορικῆς καί μνήμης λαμπρῆς.

Ἐπιθυμῶ νά ἀναπνεύσω τόν ἀέρα πού ἀπολάμβανε ὁ πολύς Ἀριστοτέλης στά Στάγειρα, ἀποικία τῶν Ἰώνων τῆς νήσου Ἄνδρου πού ἀργότερα τήν κατοίκησαν καί ἄποικοι Χαλκιδεῖς.

Θέλω νά διαβῶ τή φυσική πύλη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τήν περίφημη Οὐρανούπολη πού κάθε ὀρθόδοξη ψυχή ὀνειρεύεται γιά νά πραγματοποιήση τό τάμα τοῦ προσκυνήματός της στόν ἱερό Ἄθωνα.

Νά προσκυνήσω τό Ἱερό Προσκύνημα τῆς Μεγάλης Παναγίας καί νά διακρίνω τ’ ἀχνάρια τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Θεοδώρου Ἀγγέλου. Νά δῶ τά σεβάσματα τοῦ Ἀρδαμερίου, τῆς Γαλάτιστας, τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ἀπολλωνίας…

Ἀλλά ἄς ἀφήσουμε τήν ἐνδεικτική αὐτή περιήγησή μας σέ τόπους ἱερούς, ἁγιασμένους καί ἱστορικούς. Θά ἔχωμε τόν χρόνο νά προσεγγίσωμε κάθε σπιθαμή τοῦ αἰματοβαμμένου τούτου χώρου.

Εἶναι ἡ ὥρα νά μιλήσωμε σέ ψυχές χάριν τῶν ὁποίων Χριστός ἀπέθανεν. Καί πρῶτα ἀπ’ ὅλα στόν φιλόθεο ἱερό Κλῆρο τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως. Στούς συνεργάτες καί συνεκδήμους τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοδήμου. Ἅγιοι πατέρες μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἶμαι ὁ Ἐπίσκοπός σας καί σεῖς ἡ δόξα μου, τό σέμνωμά μου, ἡ μέριμνά μου, ἡ ἄμετρη χαρά μου καί κυρίως ἡ ἐλπίδα μου. Σᾶς προσκαλῶ νά εἶστε κοντά μου, δίπλα μου. Εἶστε τῆς Ἐκκλησίας ποιμένες; Εἶστε τοῦ Χριστοῦ ποιμένες; Ἄρα εἶστε καί τοῦ Ἐπισκόπου ἀδελφοί, φίλοι, τέκνα πνευματικά, συνεργάτες, συστρατιῶτες. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ἐπιθυμῶ καί προσδοκῶ ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά ὑπερηφανεύωμαι γιά σᾶς κράζων˙ «οὐδένα…ἔχω ἰσόψυχον» (Φιλ. β΄ 20), παρά μόνον σᾶς καί τίς χριστοκίνητες καρδιές σας. Παρακαλῶ λοιπόν «Ταπεινώθητε…ὑπό τήν κραταιάν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὑψώσῃ ἐν καιρῷ, πᾶσαν τήν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλλει περί ὑμῶν, νήψατε,  γρηγορήσατε˙ ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 6-8). Οὐδείς περισσεύει, οἱ πάντες καλεῖσθε μέ τόν Ἐπίσκοπό σας νά ἐργάζεσθε ἐντίμως καί ἀόκνως γιά νά καταστῆ ἡ ἄμπελος αὔτη γεώργιον Θεοῦ. Τηρήσατε ἐπακριβῶς τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί μορφώσατε τόν Χριστόν ἐν ὑμῖν (Γαλ. δ΄ 19), ὥστε ὁ Λαός νά τιμᾶ καί νά σέβεται τούς ποιμένες του. Μή λησμονεῖτε ὅτι «οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι διπλῆς τιμῆς ἀξιούσθωσαν, μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καί διδασκαλίᾳ» (Α΄ Τιμ. ε΄ 17). Γνωρίζω τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἐφημεριακός Ἱερός Κλῆρος. Γνωρίζω ὅμως καί τά βάσανα καί τήν πίκρα καί τόν πόνο τοῦ εὐλογημένου Λαοῦ μας ἐν μέσῳ  κρίσεως δυστυχῶς καί ὑπενθυμίζω στήν ἀγάπη σας τόν ἱερό πόθο τοῦ Παύλου πού ἀναζητοῦσε˙ «Πρεσβύτας νηφαλίους εἶναι, σεμνούς, σώφρονας, ὑγιαίνοντας τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ» (Τιτ. β΄ 2).

Ἀπευθύνομαι εἰδικῶς πρός τούς δύο πρώτους ἐκλεκτούς συνεργάτες τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοδήμου. Τόν ἅγιο Πρωτοσύγκελλο, Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Μαϊδώνη καί τόν ἅγιο Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Ἰγνάτιο Ριγανᾶ. Ἔχουν ἐπιδείξει μέχρι σήμερα ἀρίστη συμπεριφορά ἀπέναντί μου καί πνεῦμα συνεργασίας ζηλευτό. Τό δέ ἔργο τους εἶναι ὄντως θεάρεστο. Ἦλθαν εὐγενέστατα καί μετεῖχαν εἰς τήν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίαν μου εἰς Τρίπολιν. Τό τιμῶ τοῦτο. Ἦσαν συνυποψήφιοί μου κατά τήν ἐκλογήν τοῦ νέου Μητροπολίτου τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως. Τίποτε δέν τούς ἐμπόδισε νά χαροῦν στή χαρά μου καί νά ἀποδεχθοῦν τήν ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ προσώπου μου ὡς Ἐπισκόπου τους. Ἅγιοι πατέρες, ἐπιθυμῶ διακαῶς τήν ἀδιατάρακτη συνέχιση τοῦ ἔργου σας, τήν ἄδολη καί καρποφόρα συνεργασία μαζί σας καί προσβλέπω στήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό σας σέ ὅσα ἡ τάξις τῆς Ἐκκλησίας ὁρίζει καί σᾶς διαβεβαιῶ «μάρτυς γάρ μού ἐστιν ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθῶ πάντας ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α΄ 8). Εὔχομαι δέ καί ἡ δική σας ἀνέλιξη σέ ἀνώτερες ἐκκλησιαστικές βαθμίδες νά εἶναι τάχιστη καί ἀνάλογη τοῦ κόπου καί τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου σας στό νοητό πνευματικό στάδιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Στίς Μοναστικές ἀδελφότητες ἀπευθύνω πατρικό καί ἐγκάρδιο χαιρετισμό καί εὐλογία. Ἀποτελεῖτε τούς πνεύμονες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν σπονδυλική στήλη τῆς κατά Χριστόν εὐσεβείας, τήν ἀνόθευτον ἔκφρασιν τοῦ ὀρθοδόξου βιώματος καί τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τελειώσεως. «Τό λοιπόν ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε» (Φιλ δ΄ 8).

Πρός τούς εὐγενεῖς καί φιλόχριστους ἄρχοντες τοῦ τόπου ἀπευθύνομαι καί ἀφοῦ τούς εὐχαριστήσω γιά τήν ἐδῶ τιμητική γιά μέ παρουσία τους, τούς διαβεβαιῶ ὅτι πρόθεσίς μου εἶναι ἡ ἀπρόσκοπτη καί ἐπωφελής γιά τόν εὐλογημένο Λαό τοῦ Θεοῦ συνεργασία μου μαζί τους. Γνωρίζομε ὅλοι ὅτι ὁ Λαός σήμερα ὑποφέρει λόγω τῆς φοβερᾶς κρίσεως πού πλήττει τόν τόπο μας, ἀλλά καί τόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀναμένει ἀπ΄ ὅλους μας τόν στηριγμό, τήν ἀρωγή, τήν ἐλπίδα γιά νά ζήση. Μαζί θά τούς τήν παράσχωμε μέ τά χέρια καί τίς καρδιές ἑνωμένες. Εὔχομαι ἀπό βάθους καρδίας «…ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τάς καρδίας ὑμῶν καί τά νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλ. δ΄ 7). Παρακαλῶ νά σταθῆτε δίπλα μου μέ μιά φωνή καί ἕνα θέλημα.
Ἀπευθύνομαι πρός τόν φιλόθεο Λαό τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως. Διαθέτετε πολλοί τήν ἐντοπιότητα, ἀλλά καί ἀρκετῶν οἱ πατέρες προσῆλθαν ἐδῶ καί εὗρον καταφύγιον ὡς πρόσφυγες ξερριζωμένοι ἀπό τά εὐλογημένα χώματα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπό τίς ἀλησμόνητες πατρίδες πού δυστυχῶς, ὑπαιτιότητι ἡμῶν, ἀπωλέσαμε. Ἀδελφοί μου, τέκνα μου ἀγαπητά, ἑδραίωμά μου καί πολύτιμο ἔνδυμα τῆς ἀρχιερατικῆς ὑποστάσεώς μου, σᾶς δίδω τά ἐσώψυχά μου, σᾶς δίδω καί τήν καρδιά μου, δώσατέ μου τό χέρι σας. Τό ἔχω ἀνάγκη γιά νά μήν εἶμαι μόνος, γιά νά μή γίνω ἕρμαιο τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν βουλήσεων τῶν πολεμίων τοῦ Σταυροῦ. Γίνετε σᾶς παρακαλῶ τό ἕρμα μου, οἱ βαθμίδες πού καθημερινά θά ἀνεβαίνωμε σέ οὐράνια ὕψη, ἀφήσατέ με νά σᾶς διακονήσω, «πληρώσατέ μου τήν χαράν, ἵνα τό αὐτό φρονῆτε, τήν αὐτήν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες» (Φιλ. α΄4). Εἶστε ἡ παρηγοριά μου καί ἡ παραμυθία μου. Σταθῆτε δίπλα μου.

Κυρίως ἀπευθύνομαι στά νέα παιδιά μας. Στήν ἀπαντοχή, στήν κρυφή μας καύχηση, στά κρυφά χρυσά ὄνειρά μας. Παιδιά μου ἀγαπητά, τό γνωρίζω, σᾶς ἀπογοητεύσαμε ἐν πολλοῖς οἱ μεγαλύτεροι. Καί περισσότερο ὅσοι φέρομε τό βάρος κάποιας εὐθύνης ἀπέναντί σας ἤ μετέχομε λίγο ἤ πολύ σέ αὐτό πού ὀνομάζεται ἐξουσία. Φίλοι, ἄς χτίσουμε τόν Χριστό πάλι μέσα μας. Ἡ ζωή χωρίς Αὐτόν καταντᾶ φρίκη, κόλαση, στεναγμός καί ὄλεθρος. Φαντάσματα καί Ἐρινύες λεπιδόφτερες κομματιάζουν τόν τρυφερό κόσμο τῆς νεολαίας σάν Ἐκεῖνος εἶναι Ἀπών. Λοιπόν, χάριν ὑμῶν «κάμπτω τά γόνατά μου πρός τόν πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, … ἵνα δώῃ ὑμῖν κατά τόν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ δυνάμει κραταιωθῆναι διά τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ εἰς τόν ἔσω ἄνθρωπον, κατοικῆσαι τόν Χριστόν διά τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν…» (Ἐφεσ. γ΄ 14-17). Τόν παρακαλῶ νά σᾶς κραταιώση μέ τή δύναμη τοῦ ζωαρχικοῦ Του Πνεύματος, ὥστε νά γίνη σύσκηνός σας ὁ Χριστός, νά προσδώση ὅραμα καί ἐλπίδα στίς προσδοκίες σας. Σᾶς θέλω δίπλα μου, φροντίδα μου καί μέριμνά μου. Τούς σοφούς καί ἑλληνόψυχους διδασκάλους σας καί τούς φωτισμένους καθηγητές σας παρακαλῶ, ἀφοῦ πρῶτα τούς ἐκφράσω τόν σεβασμό καί ἀποδώσω τήν πρέπουσα τιμή στό ἀναπλαστικό καί ψυχοτρόφο ἔργο τους, νά ἔχουν τή λεβεντιά νά σᾶς φέρουν κοντά μας. Γνωρίζω ὅτι μέχρι σήμερα τοῦτο γίνεται καί λαμπρά ἔχομε ἀποτελέσματα μέ τούς ἐπικεφαλῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως νά ἀναλώνωνται γιά τό σκοπό αὐτό. Παρακαλῶ νά κλείσουν οἱ παιδαγωγοί τά ὦτα τους στό πνεῦμα τοῦ ἀμοραλισμοῦ, τοῦ ἄθεου ἀνθρωπισμοῦ, τοῦ μονοδιάστατου ὀρθολογισμοῦ καί τῆς σαρκολατρίας πού περισσεύει στίς μέρες μας καί νά σταλάξουν στό πνεῦμα σας τό νέκταρ τῆς θεοδιδάκτου πίστεώς μας.

Πρός τούς Ἁγιορεῖτες πατέρες προσβλέπω, χαιρετίζοντας τά Ἀθωνικά κάστρα τῆς Ὀρθοδοξίας πού γειτνιάζουν μέ τήν Ἱερά αὐτή Μητρόπολη, ὑποκλινόμενος ἐμπρός ἀπό τό πνευματικό διαχρονικό τους μεγαλεῖο. Θησαυρέ πολύτιμε καί ἀδαπάνητε τῆς πίστεως, ἀγγελόμορφε ἀσκητική χορεία, χαῖρε ἐν Κυρίῳ πάντοτε. Εἶστε ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ,  τά ἀνύστακτα ἀηδόνια καί τά θεόπλαστα στρουθία, τά ὑπέρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπαύστως δεόμενα. Ἡ ἰσάγγελος πολιτεία σας συνιστᾶ τύπον καί ὑπογραμμόν τῆς κατά Χριστόν ζωῆς, κλήση γιά χριστομίμητο ζωή καί φρόνημα, κλήση ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας. Ναί, ὡς ἄλλος Παῦλος κράζω: «Πρῶτον μέν εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπέρ πάντων ὑμῶν, ὅτι ἡ πίστις ὑμῶν καταγγέλλεται ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ» (Ρωμ. α΄ 8). Εὔχεσθε ὑπέρ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ θερμότατα εὐχαριστῶ γιά τήν πατρική του ἀγάπη καί τήν πολύτιμο παρουσία του στήν σημερινή ἑορτή τῆς Μητροπόλεως ταύτης.

Τόν ἅγιο Τοποτηρητή τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κασσανδρείας κ.κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟ, τόν διακριτικό, ἀρχοντικό καί πολυσέβαστό μοι Ἱεράρχη ἀπό καρδιᾶς εὐχαριστῶ γιά τίς ἄοκνες φροντίδες καί τούς κόπους πού ὑπεβλήθη ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ μακαριστοῦ προκατόχου μου μέχρι σήμερα, γιά τήν συμμετοχή του στήν χειροτονία μου, γιά τά τῆς ὑποδοχῆς καί ἐνθρονίσεώς μου πού κατέστρωσε θαυμάσια καί τόν παρακαλῶ ὡς γείτονας καί πνευματικός πατέρας ἔμπειρος νά συνδράμη μέ τή μεγάλη ἀγάπη του τό ἔργο μου.

Τόν σεπτό ποιμενάρχη τῆς Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ καί Γέροντά μου εὐχαριστῶ γιά ὅσα ἔκαμε καί προσφέρει γιά τό πρόσωπό μου καί τό ἀφειδόλευτο στήριγμα πού μοῦ παρέχει.

Τούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς πού σήμερα λαμπρύνουν τήν σύναξη αὐτή μέ τήν πολύτιμο παρουσία τους θερμῶς εὐχαριστῶ καί τούς παρα¬καλῶ νά μή λησμονοῦν νά δέωνται ὑπέρ ἐμοῦ.

Ὅσους ἐργάστηκαν καί κοπίασαν γιά τήν εὐπρέπεια καί τήν τάξη τῆς σημερινῆς Συνάξεως πολύ τούς εὐχαριστῶ, ὡς καί τούς ὑπαλλήλους τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως πού στελεχώνουν τά Γραφεῖα μας καί στηρίζουν τόν ἑκάστοτε Μητροπολίτη.

Ἰδιαιτέρως ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι μου εὐγνωμονῶ, εὐχαριστῶ καί τιμῶ τήν ἐδῶ παρουσία τῶν εὐσεβῶν Ἀρχόντων, τῶν εὐλαβεστάτων κληρικῶν καί τοῦ θεοφίλου Λαοῦ πού προσῆλθαν στή σημερινή χαρά μου ἀπό τόν μακρινό Μωριά, ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί Κυνουρίας, τήν ἡρωϊκή Ντρομπολιτσά, γέννημα καί βλαστός τῆς ὁποίας τυγχάνω. Δέν θά σᾶς λησμονήσω ποτέ καί θά μνημονεύω τοῦ τιμίου ὀνόματός σας στήν ἁγία καί ἱερά Πρόθεση.

Κράτησα σκοπίμως τελευταῖες τίς βαθύτατες εὐχαριστίες μου πρός τήν Α.Θ.Π. τόν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ, τήν σεπτή κορυφή τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν ὑψιπέτη καί πολυτίμητο οἰακοστρόφο τῆς τε νοητῆς ὁλκάδος τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων καί Πρῶτον τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Παναγιώτατε, ἐξαι¬τοῦμαι τάς θεοπειθεῖς εὐχάς Σας, ὥστε ὁ σταυρός πού ἐτέθη ἐπί τῶν ὤμων μου νά εἶναι κατά τό δυνατόν ἐλαφρύς. Παρακαλῶ εὐλογήσατε τόν Ἱερόν Κλῆρον καί τόν φιλόχριστον Λαόν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως, ἡ ὁποία ὡς μία τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν» πνευματικῶς ἀνήκει εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑφ’ Ὑμᾶς γεραροῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Δεήθητε δέ ἡ διακονία μου νά εἶναι καρποφόρος καί εὐλογημένη παρά Κυρίου.
Καί, τώρα, Μακαριώτατε, ἀπευθύνομαι πρός τόν τῆς Ἐκκλησίας Δομήτορα καί Κύριό μου μέ τούς λόγους τοῦ ἁγίου Κλήμεντος Πάπα Ρώμης πού σέ ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους γράφει καί Τόν παρακαλεῖ: «Ἀξιοῦμεν σε, Δέσποτα, βοηθόν γενέσθαι καί ἀντιλήπτορα ἡμῶν˙ τούς ἐν θλίψει ἡμῶν σῶσον, τούς ταπεινούς ἐλέησον, τούς πεπτωκότας ἔγειρον, τούς δεομένους ἐπιφάνηθι, τούς ἀσθενεῖς ἴασαι, τούς πλανωμένους τοῦ λαοῦ σου ἐπίστρεψον˙ χόρτασον τούς πεινῶντας, λύτρωσαι τούς δεσμίους ἡμῶν, ἐξανάστησον τούς ἀσθενοῦντας, παρακάλεσον τούς ὀλιγοπιστοῦ¬ντας˙ γνώτωσάν σε πάντα τά ἔθνη, ὅτι σύ ὁ Θεός μόνος καί Ἰησοῦς Χριστός ὁ παῖς σου καί ἡμεῖς λαός σου καί πρόβατα τῆς νομῆς σου…»  Ἀμήν.