ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

«Θετική σκέψη» καί Ὀρθόδοξη πίστη

(Κείμενο ἀπό τό ἔντυπο

«Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 106, Ἰαν. - Μαρτ. 2019).

Εἰσαγωγικές παρατηρήσεις

Ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τή σχετική διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ διάβολος, προκειμένου νά ὁδηγήσει τούς πρώτους ἀνθρώπους στήν πτώση, τούς ὑποσχέθηκε ὅτι μποροῦν νά γίνουν θεοί. «Ἔσεσθε ὡς θεοί» (Γεν. 3,5), τούς εἶπε, «θά γίνετε κι ἐσεῖς θεοί»! Πῶς, ὅμως; Μόνοι σας, μέ τίς δικές σας δυνάμεις καί χωρίς τόν Θεό! Καί οἱ ἄνθρωποι τό πίστεψαν, μέ τά γνωστά σέ ὅλους ἀποτελέσματα. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ πρωταρχική ἐκείνη τραγωδία δέν ὁδήγησε τήν ἀνθρωπότητα σέ ἀφύπνιση καί μετάνοια. Τό πάθημα δέν ἔγινε μάθημα. Ὁ ἴδιος πειρασμός ἐπανέρχεται μέ πολλές καί διάφορες μορφές, συνεχῶς, σέ κάθε τόπο, σέ κάθε πολιτισμό, σέ κάθε ἐποχή. Ἰδιαίτερα σέ σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες, πού ὁ Θεός ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἤδη στό περιθώριο, ἐμφανίζονται πάμπολλα συστήματα αὐτοσωτηρίας, αὐτοθεώσεως καί αὐτοπραγματώσεως, πού ὑπόσχονται τή λύση ὅλων τῶν προβλημάτων, ἀκόμη καί τοῦ προβλήματος τοῦ θανάτου, καί ἐπαγγέλλονται τή μετεξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου σέ θεό. Τό ἀποτέλεσμα, βέβαια, εἶναι πάντα τό ἴδιο: ἡ συντριβή, ὅ,τι, περίπου, ἐπῆλθε καί στούς Πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση: διαπίστωσαν, ἀναφέρει τό ἱερό κείμενο, «ὅτι γυμνοί ἦσαν» (Γεν. 3,7) καί ὄχι ὅτι ἔγιναν θεοί! Ὡστόσο, συστήματα ὅπως τά παραπάνω ἀκμάζουν στήν ἐποχή μας καί παραπλανοῦν πολλούς, μέ ἀποτέλεσμα νά διαιωνίζεται ἡ ἀρχαία ἐκείνη πτώση καί νά ἐνισχύεται τό κράτος τοῦ θανάτου. Ἕνα ἀπό τά συστήματα αὐτά εἶναι ἡ λεγόμενη «θετική σκέψη».

Πρέπει νά διευκρινισθεῖ ὅτι, λέγοντας «θετική σκέψη», δέν ἐννοοῦμε τήν εὐεργετική ἐπίδραση πού ἔχουν οἱ καλές σκέψεις, οἱ ἀγαθοί λογισμοί, ἡ εὔθυμη διάθεση, ἡ ἐσωτερική ἡρεμία κ.λπ. στήν ψυχή καί στό σῶμα. Αὐτά εἶναι γνωστά καί τά ἀποδέχονται σχεδόν ὅλοι. Καί ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέχεται, ὅτι οἱ κακοί καί ἐφάμαρτοι λογισμοί εἶναι καταστρεπτικοί γιά τήν ψυχή καί τό σῶμα, οἱ δέ ἀγαθοί εἶναι εὐεργετικοί. Ἡ «θετική σκέψη» εἶναι κάτι ἄλλο. Πρόκειται γιά ἕνα σύστημα, πού ἀνάγει στήν ἀνθρώπινη σκέψη τά πάντα. Κατά τό σύστημα αὐτό, «ἡ σκέψη ταυτίζεται μέ τήν πράξη», δηλαδή ὅ,τι σκεπτόμαστε γίνεται! Ἡ σκέψη εἶναι τό «θεϊκό στοιχεῖο», πού ὑπάρχει μέσα μας. Ὅπως καί ἄλλα παρόμοια συστήματα, πιστεύει ὅτι στόν ἄνθρωπο ὑπάρχουν ἐσωτερικές, ἀπόκρυφες καί θεῖες δυνάμεις, πού μποροῦν νά ἀφυπνισθοῦν μέ διάφορες τεχνικές. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἤδη θεός καί, ἁπλῶς, δέν τό γνωρίζει. Οἱ ἐπιμέρους ὀργανώσεις καί ὁμάδες της ἰσχυρίζονται ὅτι κατέχουν τή «συνταγή», γιά νά ἀφυπνισθοῦν ὅλες αὐτές οἱ δυνάμεις, γιά νά γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τόν ἐσώτερο ἑαυτό του, γιά νά συνειδητοποιήσει τή «θεϊκή» φύση του. Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ ὁμάδες αὐτές τῆς «θετικῆς σκέψης» ἐντάσσονται στό εὐρύτερο ἀποκρυφιστικό κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Ἄς δοῦμε, ὅμως, ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Ἕνας νεαρός Ρῶσσος, ὁ E. FrenKel, ὁπαδός αὐτοῦ τοῦ κινήματος, πίστευε ὅτι μέ τή δύναμη τῆς σκέψης μπορεῖ κανείς νά ἐπιτύχει τά πάντα. Ἐπιχείρησε, λοιπόν, «νά σταματήσει περιστρεφόμενη ὕλη, τούς τροχούς ἑνός τραίνου. Βάδιζε κατά μῆκος τῶν γραμμῶν ντυμένος στά λευκά, καί ὅταν πλησίασε τό ἐμπορικό τραῖνο, στάθηκε ἀνάμεσα στίς γραμμές μέ ὑψωμένα χέρια. Σέ μιά βαλίτσα μέ χαρτιά πού βρέθηκε δίπλα ἀπό τό πτῶμα, ἦταν καί τό ἡμερολόγιό του, στό ὁποῖο ἀνεφέρετο: "Μόνο μπροστά στίς εἰδικές συνθῆκες μιᾶς ἄμεσης ἀπειλῆς θά μπορέσω νά κινητοποιήσω ὅλα μου τά ἀποθέματα"· ἦταν τραγωδία, τό φρένο κινδύνου δέν μπόρεσε νά βοηθήσει»! Ἡ εἴδηση δημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα SovjetsklavaRosija τῆς 1-10-1989 (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Αὐτογνωσία αὐτοπραγμάτωση σωτηρία, Ἀθήνα 1991, σ. 7).

Τί εἶναι ἡ «θετική σκέψη»

Ἡ κίνηση πρωτοεμφανίστηκε στά μέσα περίπου τοῦ 19ου αἰῶνα, ὅταν ὁ RalphWaldoEmerson (1803-1882) διακήρυξε ὅτι ἡ μόνη πραγματικότητα εἶναι τό «θεϊκό στοιχεῖο», πού βρίσκεται μέσα μας. Χρησιμοποίησε τήν ὕπνωση γιά νά ἀφυπνίσει ὑποτιθέμενες ἐσωτερικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καί ἰσχυρίστηκε ὅτι κατέχει τή μέθοδο, πού ὁδηγεῖ στήν πληρότητα τῆς ὕπαρξης. Παρόμοιες ἀντιλήψεις διατύπωσε καί ὁ Γάλλος φαρμακοποιός EmileCoue (1856-1926). Ὡστόσο, «πατέρας» τῆς «θετικῆς σκέψης» θεωρεῖται ὁ JosephMurphy (1898-1981), γνωστοί δέ «ἱεραπόστολοι» τοῦ κινήματος εἶναι οἱ NormNincentPeale (1898-1993), ErhardFreitag (1940-2015) κ.ἄ.

Ὅπως προαναφέραμε, βασικό δόγμα τῆς κίνησης εἶναι ὅτι «ἡ σκέψη ταυτίζεται μέ τήν πράξη». Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἄν κάποιος εἶναι ἄρρωστος καί σκέπτεται ὅτι εἶναι καλά, θά γίνει καλά. Ἄν κάποιος εἶναι πτωχός καί σκέπτεται ὅτι θά γίνει πλούσιος, θά γίνει πλούσιος. Ἡ σκέψη μπορεῖ νά ἀλλάξει τή ζωή μας, ἀρκεῖ νά «περάσει» καί νά κυριαρχήσει στό ὑποσυνείδητο. Τότε ἐνεργοποιοῦνται ἀπεριόριστες δυνάμεις, πού μεταβάλλουν κάθε ἀρνητική κατάσταση σέ θετική, εἴτε ἐντός μας, εἴτε ἐκτός, στήν ἀντικειμενική πραγματικότητα. Ὅλα τά δυσάρεστα καί ἀρνητικά στόν κόσμο καί στόν ἄνθρωπο ἀντιμετωπίζονται μέ θετικές σκέψεις. Ἡ κίνηση χρησιμοποιεῖ ἀνατολικές καί ἀποκρυφιστικές τεχνικές, ὅπως ὁ διαλογισμός (ἀτομικός καί ὁμαδικός), ἡ ὕπνωση, ἡ ὑποβολή, ὁ προγραμματισμός τῆς σκέψης, οἱ ἀναδρομές σέ προηγούμενες «ζωές», βοηθητικά μέσα ὑποβολῆς (διαλογιστική μουσική) κ.ἄ. Κλασική προτροπή της εἶναι ἡ φράση: «ἀπό μέρα σέ μέρα εἶμαι πάντοτε ὅλο καί καλύτερα». Οἱ δάσκαλοι τῆς κίνησης διακηρύσσουν ὅτι «ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτό πού σκέπτεται». Ὁ ἴδιος «δημιουργεῖ τό δικό του οὐρανό ἤ τή δική του κόλαση». «Ἔχετε τήν ἐλευθερία νά διαλέξετε τήν ὑγεία ἤ τήν ἀσθένεια, τόν πλοῦτο ἤ τή φτώχεια», προτρέπουν. «Ἄν ἕνας ἀσθενής ὁδηγήσει τή σκέψη του συνειδητά σέ θεάρεστα κανάλια ... ἐλευθερώνεται καθαρμός καί ἀτέλειωτη θεραπευτική παρουσία Κοσμικῆς διάστασης ... καί αὐτό τό θαῦμα τῆς θεραπείας πραγματοποιεῖται» (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, ὅ.π., σ. 15-16). Ἄς δοῦμε, ὅμως, ἄλλο ἕνα σχετικό παράδειγμα:

Μιά μητέρα εἶχε τό παιδί της σοβαρά ἄρρωστο μέ λευχαιμία. Οἱ γιατροί δέν ἔδιναν ἐλπίδες. Οἱ ὑπεύθυνοι τῆς «θετικῆς σκέψης» τῆς εἶπαν ὅτι, ἄν ἐνεργοποιοῦσε ὅλες τίς θετικές δυνάμεις, πού εἶχε μέσα της, πιστεύοντας ὅτι τό παιδί δέν εἶναι ἄρρωστο, ὅλα θά ἄλλαζαν καί τό παιδί θά γινόταν καλά. Τότε μετακόμισε στό νοσοκομεῖο καί, πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ παιδιοῦ, μέ τή μέθοδο τοῦ διαλογισμοῦ καί μέ τήν ὑποτιθέμενη δύναμη τῆς σκέψης, ἀγωνιζόταν νά ἀντιμετωπίσει τό πρόβλημα. Βέβαια, τό παιδί πέθανε. Ὅταν ἐκείνη διαμαρτυρήθηκε στούς ὑπεύθυνους τῆς κίνησης γιά τό γεγονός, ἔλαβε τή συνηθισμένη ἀπάντηση: «Δέν ἐφάρμοσες σωστά τή μέθοδο»! «Σέ κάποια στιγμή τοῦ διαλογισμοῦ θά ἔκανες ἀρνητική σκέψη καί ἐκείνη ἀκριβῶς τή στιγμή τό παιδί πέθανε»! (Χρ. Τσιάκκα, Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Θρησκειῶν και Αἱρέσεων, Κύπρος 2002, σ. 410-411). Ἔτσι, ἡ δύστυχη μητέρα χρεώθηκε καί τήν αἰτία τοῦ θανάτου τοῦ παιδιοῦ της. Γιά ὅλα φταῖνε οἱ ἄλλοι. Ἡ μέθοδος δέν φταίει ποτέ, ἀκόμη κι ἄν δέν ἔχει νά ἐπιδείξει κανένα θετικό ἀποτέλεσμα!

Στή χώρα μας πολλές ὀργανώσεις καί πρόσωπα προωθοῦν τή «θετική σκέψη». Οἱ πιό γνωστές κινήσεις εἶναι: ἡ μέθοδος «Σίλβα Μάϊντ Κοντρόλ»SilvaMindControl»), ἡ «Ψυχοδυναμική» τοῦ Θεοφάνη Μπούκα, ἡ «Ἑταιρεία Ψυχικῶν Ἐρευνῶν» τοῦ Ἄγγελου Τανάγρα (1877-1971), ἡ «Παραψυχο-Κοινωνιολογική Ἑταιρεία» τοῦ Ἀντωνίου Πισσάνου (1893-1975), τό «Ἰνστιτοῦτο Παραψυχολογίας» τοῦ Γεωργίου Βουλούκου (1930-2005), ἡ «Μεταφυσική Ἑταιρεία» τοῦ Ἡσαΐα Γ. Ἡσαΐα, ἡ «Ἁρμονική Ζωή» τοῦ Ρόμπερτ Νάτζεμυ κ.ἄ. Ἄς δοῦμε ἀναλυτικότερα δύο ἀπό αὐτές.

Ἡ μέθοδος «Σίλβα Μάϊντ Κοντρόλ» εἶναι ἐπινόηση τοῦ Ἀμερικανοῦ JoseSilva (1914-1999). Ἐμφανίστηκε στό Τέξας τό 1966 καί ἔφθασε στήν Ἑλλάδα τό 1977 (Ἀθήνα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη) καί στήν Κύπρο. Ὁ Silva ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιά τήν ψυχολογία, τήν παραψυχολογία, τίς τεχνικές αὐτοΰπνωσης καί τίς θεραπευτικές μεθόδους τῶν Ἰνδιάνων τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ μέθοδός του ὑπόσχεται τή λύση ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν προβλημάτων. Ἀσκώντας την μπορεῖτε «νά κοιμᾶστε ὅταν θέλετε, νά ξυπνᾶτε χωρίς ξυπνητήρια ... νά ἀπαλλαγεῖτε ἀπό πονοκεφάλους, νά κόψετε τό κάπνισμα, νά μειώσετε τό βάρος σας ... νά λύνετε δύσκολα προβλήματα ... νά ἐξαλείφετε τόν πόνο ὅπου κι ἄν βρίσκεται στό σῶμα σας ... νά διορθώνετε προβλήματα ὑγείας ἄλλων» (J. Silva - R. Stone, Ἐσύ ὁ θεραπευτής, σ. 29). Μπορεῖτε «νά σβύσετε σκιές στούς πνεύμονες ... νά ἀποβάλλετε μιά πέτρα ἀπό τό νεφρό σας, ὁραματιζόμενος τόν ἑαυτό σας νά τήν τρίβει στά δάκτυλά του καί νά τήν ἀποβάλλει τό πρωΐ» (ὅ.π., σ. 55). Μπορεῖτε νά ἐπιτύχετε «ὁ ἐνοχλητικός γείτονας νά φέρεται φιλικά ... ὁ ἀναποφάσιστος ἀγοραστής ἀποφασίζει νά ἀγοράσει» (σ. 347). Μπορεῖτε «νά διπλασιάσετε τά ἔσοδά σας ἤ νά γίνετε πλούσιοι»! Ἀκόμη, «μπορεῖτε νά βοηθήσετε στή μετατροπή τοῦ κομματιοῦ τοῦ κόσμου ὅπου ζεῖτε σέ παράδεισο ... Μπορεῖτε ν’ ἀποκτήσετε ὅ,τι θέλετε, νά κάνετε ὅ,τι θέλετε καί νά γίνετε ὅ,τι σᾶς ἐνδιαφέρει νά γίνετε»! (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, ὅ.π., σ. 67).

Κατά τή διδασκαλία τοῦ Silva, τό ἀριστερό ἡμισφαίριο τοῦ ἐγκεφάλου μας εἶναι ὑπεύθυνο γιά τή λογική σκέψη καί ἀποθηκεύει ἐμπειρίες τοῦ ἔξω κόσμου. Ἀντίθετα, τό δεξιό ἀποθηκεύει ἐμπειρίες τοῦ ἔσω κόσμου, δηλαδή τῆς φαντασίας καί τοῦ ὁραματισμοῦ. Τό δεξιό ἡμισφαίριο πρέπει νά λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα καί νά μήν παρεμποδίζεται ἀπό τή λογική. Ὅταν τό ἀριστερό ἡμισφαίριο περιορίζεται καί δέν παρεμβάλλει λογικές ἀμφιβολίες, τότε μπορεῖτε νά πετύχετε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε. Ἡ ἀνθρωπότητα ἔπεσε πολύ χαμηλά, ἰσχυρίζεται ὁ Silva, γιατί λειτουργεῖ μέ τό ἀριστερό ἡμισφαίριο καί εἶναι στραμμένη στήν ὕλη. Αὐτό ἔγινε γιά πρώτη φορά μέ τήν πτώση στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Μέ τή μέθοδο Silva ἀρχίζει μιά δεύτερη φάση τῆς ἀνθρώπινης ἐξέλιξης στόν πλανήτη. «Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε πῶς θά ἦταν ἡ ζωή στή γῆ, ἄν χρησιμοποιοῦσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί τά δύο ἡμισφαίρια τοῦ ἐγκεφάλου;» (Ἐσύ ὁ θεραπευτής, σ. 333). Ὁ Silva κάνει λόγο γιά τέσσερα ἐπίπεδα ἐγκεφαλικῆς λειτουργίας. Στό μέσο «ἐπίπεδο βῆτα» χρησιμοποιεῖται μόνο τό 3-5% τοῦ δυναμικοῦ τοῦ ἐγκεφάλου. Ἀκόμη καί ὁ Ἀϊστάιν δέν ξεπέρασε τό 10%. Ὅμως, ἡ μέθοδος Silva λειτουργεῖ στή «διάσταση ἄλφα» καί οἱ ὁπαδοί της μποροῦν νά ξεπεράσουν κατά πολύ τό 10%.

Παρόμοια κίνηση εἶναι ἡ «Ψυχοδυναμική» τοῦ Θεοφάνη Μπούκα μέ διάφορες ὀργανώσεις, ὅπως «Κέντρο Προγραμματισμοῦ Ζωῆς», «Ἐπιμορφωτική Ἐκπαιδευτική Ἑταιρεία» (περιοδικό «Γονεῖς») κ.ἄ. Ἡ «Ψυχοδυναμική» ἐμπεριέχει, ὅπως ἰσχυρίζεται, «γνώσεις - κλειδιά ἀπό τήν ψυχολογία, τήν ψυχανάλυση, τήν κυβερνητική, τή φιλοσοφία, τή θρησκεία, τή μεταφυσική, τή γιόγκα, τή φυσική ὑγεία, τή σαηεντόλοτζυ, τήν ψυχολογία τῆς συμπεριφορᾶς, τήν ψυχολογία τοῦ Βάθους κτλ». Ὑπάρχει «μόνο μία Σκέψη ἤ Πνεῦμα, πού βασιλεύει πάνω σ’ ὅλη τή ζωή ... Ἐμεῖς τό βλέπουμε σάν τόν σπουδαιότερο Ἑαυτό μας, σάν τή διαχρονική καί ἄπειρη ὁλότητα, πού τήν ὀνομάσαμε Θεό» (Ἐσώτερη δύναμη, σ. 3). Ὁ θεός, λοιπόν, ταυτίζεται μέ τή Σκέψη. Βρίσκεται μέσα μας καί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι κάτι ξεχωριστό ἀπό τό σύμπαν ἤ ἀπό τόν θεό: «Εἶμαι ἕνα τμῆμα τοῦ ἄπειρου Σύμπαντος· εἶμαι ἀπεριόριστος σέ σοφία καί δύναμη». «Μέσα στόν ἴδιο τό ἑαυτό μας βρίσκεται ἡ πραγματική εὐτυχία. Μέσα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας βρίσκεται ὁ ἀπέραντος ὠκεανός τοῦ "Θεϊκοῦ νέκταρ"». Ἄρα, «δέν θά χρειαστεῖ νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό - ἀλλά θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δέν εἴμαστε κάτι ξεχωριστό ἀπό τόν Θεό» (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, ὅ.π., σ. 67).

Κατά συνέπειαν, ἡ «συνταγή» γιά τή λύση ὅλων τῶν προβλημάτων εἶναι ἡ αὐτογνωσία. Ἡ αὐτογνωσία εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ σκέψη πού ἔχει κανείς γιά τόν ἑαυτό του, ἡ αὐτοσυνειδησία του. Ἡ σκέψη εἶναι δύναμη. «Θέλω καί μπορῶ», εἶναι ὁ χαρακτηριστικός τίτλος βιβλίου τοῦ Θ. Μπούκα. «Ὁτιδήποτε θέλουμε νά πετύχουμε, γίνεται πρῶτα σκέψη καί ὕστερα μετατρέπεται σέ πράξη», ἀρκεῖ «νά τό σκεφθεῖς καθαρά, ἔντονα καί θετικά» (ὅπ., σ. 103). Ἡ συνταγή τοῦ Μπούκα ὑπόσχεται, ὡς συνήθως, τή λύση ὅλων τῶν προβλημάτων: ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ μόνο τό 10% «ἀπό τίς δυνάμεις του», μαθαίνετε «πῶς νά χρησιμοποιεῖτε τό ὑπόλοιπο 90% τοῦ μυαλοῦ σας» (σ. 95). Ἐπίσης, ἀποκτᾶτε «τέλεια μνήμη», μαθαίνετε «τό μυστικό τῆς αἰώνιας νεότητας», τή μέθοδο «γιά νά κερδίζετε χρήματα χωρίς ἄγχος· τό μεταφυσικό μυστικό τοῦ πλούτου». «Τό χρῆμα εἶναι πνευματικό»! «Δέν εἶναι δυνατόν νά εἶστε σύγχρονα πνευματικό ἄτομο καί φτωχός ... τό φτωχό ἄτομο δέν εἶναι πνευματικό» (σ. 93-94). Ἄν κάποιος σκεφτεῖ τόν ἑαυτό του «γοητευτικό, ἑλκυστικό, "σέξυ"», θά ξαφνιαστεῖ «μέ τίς ἐπιτυχίες πού θά σημειώσει», θά τραβάει τούς ἄλλους «σάν μαγνήτης» (σ. 104). Οἱ «ψευδοθρησκευτικές καί βλαβερές πίστεις» θέτουν φραγμούς στή σεξουαλική δραστηριότητα, ὅμως «ἀληθινή πνευματικότητα καί σεξουαλικότητα ἀλληλοσχετίζονται πάντα». Κάθε περιορισμός στό ἔρωτα ἤ στό σέξ ὁδηγεῖ σέ διαστροφή. Γιά τό σέξ δέν ὑπάρχει «ἰδιαίτερη ὥρα», «ἰδιαίτερος τόπος», «ἰδιαίτερος τρόπος», οὔτε «ἰδιαίτερη ἡλικία». Γιά νά «ἀπελευθερωθεῖ» κάποιος ἀπό τίς «ἀπαγορεύσεις», ὁ Μπούκας συνιστᾶ «νά κοιμᾶται γυμνός» καί νά κυκλοφορεῖ στό σπίτι του γυμνός, ἀκόμη καί μπροστά στά παιδιά του! (σ. 97-98).

Ὀρθόδοξη θεώρηση καί ἀξιολόγηση

Οἱ δάσκαλοι τῆς «θετικῆς σκέψης» χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καί χριστιανική ὁρολογία, κάνοντας λόγο γιά «θεό», «πίστη», «προσευχή» κ.λπ. καί ἐπικαλούμενοι χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται γιά μέθοδο ἀπόλυτα συμβατή μέ τή χριστιανική πίστη, οἱ δέ ὁπαδοί τους ἐπαναλαμβάνουν συνήθως τό πολύ γνωστό: «ἀπό τότε πού γνώρισα τήν ὁμάδα ἔγινα καλύτερος Χριστιανός»! Ὡστόσο, οἱ ὅροι αὐτοί χρησιμοποιοῦνται μέ ἀντεστραμμένο περιεχόμενο καί μέσω μιᾶς χριστιανικῆς ὁρολογίας διδάσκεται ἡ πλήρης ἀκύρωση τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου.

Ἔτσι, ὁ «θεός» τῆς «θετικῆς σκέψης», εἴτε εἶναι μιά ἀπρόσωπη Ἐνέργεια, πού διαχέεται στό σύμπαν, ὅπως σέ ὅλες τίς ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς, εἴτε εἶναι ὁ θεοποιημένος ἑαυτός μας. «Ἡ παλαιά θρησκεία λέει ὅτι ἄθεος εἶναι αὐτός πού δέν πιστεύει στό Θεό. Ἡ νέα θρησκεία λέει, ὅτι ἄθεος εἶναι ὅποιος δέν πιστεύει στόν ἑαυτό του», ἀναφέρει κείμενο ἀποδιδόμενο στόν Θεοφάνη Μπούκα (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, ὅ.π., σ. 93). Κατά συνέπειαν, δέν ὑπάρχει Θεός ἔξω ἀπό μᾶς. Θεός εἶναι ὁ ἑαυτός μας! «Τό θεῖο τμῆμα τοῦ ἑαυτοῦ μας, πού τό ἔχω ὀνομάσει σκέψη καί Θεό, εἶναι μιά δύναμη μέσα στό σύμπαν, τήν ὁποία εἴμαστε ἱκανοί νά τήν συντονίσουμε μέ αὐτό πού πιστεύουμε», ἰσχυρίζεται ἄλλος δάσκαλος τῆς «θετικῆς σκέψης» (Γ. Ντύερ, Πίστεψέ το καί θά τό δεῖς, σ. 258). «Ἄν ἐξετάσετε τίς διδασκαλίες τῶν ἀνωτέρων πνευματικῶν δασκάλων, θά δεῖτε ὅτι ὅλοι λένε τό ἴδιο πρᾶγμα μέ διαφορετικό τρόπο. "Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα σας" ... "Ἀναγνωρίστε τή δική σας σπουδαία θεότητα καί μεγαλοπρέπεια"» (ὅ.π., σ. 45).

Κατά συνέπειαν, ἡ πίστη τῆς «θετικῆς σκέψης» δέν εἶναι ἡ πίστη στόν Θεό, ἀλλά ἡ πίστη στόν ἑαυτό μας. Ὁ ἄνθρωπος προτρέπεται νά ἔχει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του καί νά τόν λατρεύει: «Πίστευε στόν ἑαυτό σου, πίστευε στόν ἑαυτό σου, πίστευε στόν ἑαυτό σου, πίστευε στόν μοναδικό Θεό, αὐτό εἶναι τό μυστικό γιά νά ξυπνήσει τό μεγαλεῖο της ψυχῆς. Κι ἄν πιστεύεις σέ δεκάδες Θεούς, ἀλλά δέν ἔχεις πίστη στόν ἑαυτό σου, δέν ὑπάρχει σωτηρία γιά σένα» (Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, ὅ.π., σ. 93). Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ προσευχή, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός ἔξω ἀπό μᾶς, εἷναι μιά «συζήτηση» τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν «Θεό ἑαυτό» του, πού ἐνεργοποιεῖ τίς ὑποτιθέμενες ἀπόκρυφες δυνάμεις μας καί ἐνισχύει ἁπλῶς τήν πεποίθηση τοῦ ἀνθρώπου νά ἐπιτύχει αὐτό πού θέλει.

Ὅμως, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Θεός τῆς Χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ὁ προσωπικός Θεός τῆς Ἁγίας Τριάδος. Eἶναι τά πρόσωπα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν εἶναι τό Παγκόσμιο Πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, οὔτε ἡ «Καθαρά Ἐνέργεια» («ActusPurus») τοῦ ἀριστοτελικοῦ συστήματος καί τῆς μεσαιωνικῆς δυτικῆς θεολογίας. Ἐκτός τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ, δέν ὑπάρχει ἄλλος θεός. Ὑπάρχουν μόνο «τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν»: θεοποιημένα πράγματα, θεοποιημένα πρόσωπα, θεοποιημένες ἰδέες καί θεοποιημένες καταστάσεις. Ἀπό τά τρία θεῖα πρόσωπα πιό οἰκεῖο σέ μᾶς εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ, ἐπειδή ὁ Υἱός ἔγινε ἄνθρωπος. Μόνο δι’ Αὐτοῦ γνωρίζουμε τόν Πατέρα καί λαμβάνουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα «κατά χάριν»! Ὁ Χριστός εἶναι ἡ μοναδική «ὁδός» πρός τόν Πατέρα καί ἡ μοναδική «ὁδός» τῆς σωτηρίας μας. Ἐκτός τοῦ Χριστοῦ δέν ὑπάρχει σωτηρία! Σέ ὅσους Τόν ἀγαποῦν καί τηροῦν τίς ἐντολές Του, ἔρχεται ἐντός τους μαζί μέ τόν Πατέρα («κατά χάριν» καί ὄχι «κατά φύσιν» ἤ «καθ’ ὑπόστασιν») καί «μονήν (κατοικίαν) παρ’ αὐτοῖς ποιεῖ» (Ἰω. 14,23). Αὐτή ἡ ἐνοίκηση τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ μέσα μας εἶναι ἡ «ἐντός ἡμῶν Βασιλεία»: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. 17,21). Τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ἐντός ἡμῶν» μόνο «κατά χάριν» (οὐδέποτε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τόν Θεό «κατά φύσιν» ἤ «καθ’ ὑπόστασιν»), σημαίνει ὅτι «κατά φύσιν» καί «καθ’ ὑπόστασιν» (δηλαδή ὡς πρόσωπο) εἶναι «ἐκτός ἡμῶν» καί «ἔναντι ἡμῶν».

Αὐτό σημαίνει, ὅτι μποροῦμε νά ἱστάμεθα ἐνώπιόν Του στήν προσευχή καί νά συνομιλοῦμε μαζί Του «πρόσωπο πρός πρόσωπο». Ἡ προσευχή εἶναι σχέση δύο προσώπων, εἶναι διαπροσωπική σχέση, καί ὄχι ἐνέργεια ἑνός, ἀναφερομένου στόν ἑαυτό του. Κάθε ἀνθρώπινη ἐνέργεια, πού δέν εἶναι σχέση δύο προσώπων μπορεῖ νά εἶναι διαλογισμός ἀνατολικοῦ τύπου, μπορεῖ νά εἶναι μέθοδος αὐτογνωσίας, μπορεῖ νά εἶναι ὀνειροπόληση καί φαντασία, ἀλλά σέ καμμία περίπτωση δέν εἶναι προσευχή. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ πίστη ἔχει ἀναφορά ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο: ἀναφέρεται στόν Θεό καί ὁδηγεῖ στόν Θεό. Εἶναι πίστη στόν Χριστό καί στή διδασκαλία Του. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίστηκε σκληρά γιά νά διαφυλάξει τήν αὐθεντικότητα τῆς πίστεως, ἀφοῦ ἡ ἐσφαλμένη πίστη ὁδηγεῖ ἐκτός τοῦ Θεοῦ καί αὐτή τήν ἐσφαλμένη πίστη τήν ἀποκαλοῦμε «αἵρεση».

Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ τεχνικές τῆς «θετικῆς σκέψης» ὄχι μόνο δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά βρίσκονται στόν ἀντίποδά της. Ὁδηγοῦν ἐκτός τοῦ Θεοῦ καί ἐκτός τῆς σωτηρίας, ἀπεργαζόμενες τή δαιμονοποίηση τῶν ὁπαδῶν τους. Ἀποτελοῦν ἐπανάληψη τῆς ἀρχαίας πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί μιᾶς ἄλλης, πού προηγήθηκε: τῆς πτώσεως τοῦ Ἑωσφόρου. Ὁ Ἑωσφόρος ἐξέπεσε ἀκριβῶς, ἐπειδή παρατήρησε τόν ἑαυτό του, ἐντυπωσιάστηκε ἀπό τόν ἑαυτό του, ἐμπιστεύτηκε τόν ἑαυτό του καί πίστεψε ὅτι εἶναι θεός!

Ἱερεύς Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας

Ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἡ κακοποίησή του στή δυτική διαφημιστική προπαγάνδα

 
 
(Κείμενο ἀπό τό ἔντυπο
«Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 105, Ὀκτ. - Δεκ. 2018).
 
 
Ἕνας διχασμός στίς ἑορτές τοῦ Δωδεκαημέρου
 
Κάθε φορά, πού ἔρχονται οἱ ἑορτές τοῦ ἁγίου Δωδεκαημέρου (τῶν Χριστουγέννων, τοῦ νέου ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ 105 Φωτ. 12ἔτους καί τῶν Θεοφανείων), ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τουλάχιστον, ζοῦμε ἕναν βαθύ διχασμό. Εἶναι ὁ διχασμός ἀνάμεσα σέ ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ Παράδοσή μας, ἀλλά καί ἡ πραγματικότητα (ἡ ἱστορική ἀλήθεια), καί σέ ὅ,τι ἐπιχειρεῖται νά μᾶς ἐπιβληθεῖ ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως, ἀπό τούς διεθνεῖς μηχανισμούς διαφήμισης, ἀπό τά πανίσχυρα κέντρα τῆς παγκοσμιοποίησης καί, γενικά, ἀπό τό σύγχρονο περιβάλλον. Μέσῳ αὐτῶν ἐπιχειρεῖται ὁ μεθοδευμένος ἀποπροσανατολισμός μας ἀπό τά ἑορταζόμενα ἱστορικά γεγονότα (τή Γέννηση τοῦ Κυρίου, τή Βάπτιση κ.λπ.) πρός ἕναν γενικό, ἀόριστο καί χωρίς περιεχόμενο ἑορτασμό. Δηλαδή, ἐπιχειρεῖται ἡ ἀποκοπή μας ἀπό τό κέντρο ὅλων αὐτῶν τῶν ἑορτῶν, πού εἶναι ὁ Χριστός! Ἔτσι, στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς γενικευμένης ἀντιχριστιανικῆς προπαγάνδας, ἡ εὐχή «Καλά Χριστούγγενα» ἀντικαθίσταται σταδιακά ἀπό τήν ἀόριστη καί ἄχρωμη εὐχή «Χρόνια πολλά», προβάλλεται δέ ἡ ἄποψη ὅτι τά Χριστούγεννα εἶναι κοινή «γιορτή» καί γιά μουσουλμάνους καί γιά ἰνδουϊστές καί γιά ἀθέους, δηλαδή καί γιά ὅσους δέν πιστεύουν στόν Χριστό! Διαβάζουμε π.χ. τίτλο σέ ἱστοσελίδα στό διαδίκτυο: «Γελάει τό σύμπαν!!! Χριστουγεννιάτικη ἐκδήλωση γιά μουσουλμάνους λαθρομετανάστες ἔκανε ὁ Παυλόπουλος» (Κατοχικά Νέα, 22/12/2017).
Διαβάστε περισσότερα: Ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἡ κακοποίησή του στή δυτική διαφημιστική προπαγάνδα

Τα Χριστούγεννα στη Βυζαντινή Υμνογραφία

Του Γιάννη Κοκόρη, Φιλόλογου 

Η υμνογραφία είναι το λογοτεχνικό είδος που γνώρισε μεγάλη άνθηση στη βυζαντινή περίοδο. Αναδείχτηκαν κορυφαίοι ποιητές και μελωδοί, όπως ο Ρωμανός ο μελωδός, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Κοσμάς επίσκοπος Μαϊουμά μελωδός, ο Ανδρέας Κρήτης, ο Ανατόλιος Στουδίτης, η Κασσιανή η μελωδός και αρκετοί άλλοι. Οι περισσότεροι ήταν ποιητές και μελωδοί συνάμα. Οι ίδιοι έγραφαν το ποιητικό κείμενο και έδιναν το μέλος, τη μουσική επένδυση, έργο που απαιτεί ιδιαίτερο ταλέντο. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι στα μετέπειτα χρόνια και σήμερα άλλος είναι ο ποιητής και άλλος ο

Διαβάστε περισσότερα: Τα Χριστούγεννα στη Βυζαντινή Υμνογραφία

Ἡ Οὐνία ὡς ἐκκλησιαστικό πρόβλημα

(Κείμενο ἀπό τό ἔντυπο «Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 104, Ἰουλ. - Σπετ. 2018).

Ὁ λεγόμενος «δούρειος ἵππος» τοῦ ΠαπισμοῦΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ 104 Φωτ. 1

Στήν ἐποχή μας, πού ὅλος ὁ κόσμος τείνει νά γίνει μιά μεγάλη οἰκογένεια καί τά σύγχρονα μέσα συγκοινωνίας καί ἐπικοινωνίας ἔχουν ἐκμηδενίσει τίς ἀποστάσεις, οἱ συνεχεῖς ἐπαφές μεταξύ λαῶν καί πολιτισμῶν εἶναι κάτι ἀναγκαῖο καί ἀναπόφευκτο. Στίς συνθῆκες αὐτές, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔρχονται ὅλο καί περισσότερο σέ ἐπαφή μέ ὁπαδούς ἄλλων θρησκειῶν καί ἄλλων χριστιανικῶν δογμάτων. Ὅπου συμβιώνουν ἑτερόδοξοι ἤ ἑτερόθρησκοι πληθυσμοί, πρέπει τουλάχιστον νά ὑπάρχει ἁρμονική συμβίωση καί οἱ σχέσεις νά εἶναι γνήσιες καί εἰλικρινεῖς. Βέβαια, κάθε θρησκευτική ὁμάδα ἔχει τή δική της ἀντίληψη γιά τό ποιές εἶναι οἱ γνήσιες σχέσεις καί γιά τό τί σημαίνει ἁρμονική συμβίωση. Ὡστόσο, ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά νά ἰσχύουν αὐτά εἶναι: α) ἡ ἐντιμότητα στίς σχέσεις, δηλαδή τό ὅτι κάθε ὁμάδα πρέπει νά ἐμφανίζεται πρός τούς ἔξω ὅπως πραγματικά εἶναι, μή ἐπιχειρώντας νά ἐξαπατήσει μέ ἀνέντιμα μέσα καί μέ κάθε εἴδους προσωπεῖα, καί β) ἡ γνώση, τόσο τοῦ περιεχομένου καί τῶν ὁρίων τῆς πίστεως κάθε κοινότητας, ὅσο καί τῶν διαφορῶν της ἀπό τίς ἄλλες. Ὅπου δέν ὑπάρχει σαφής ἀντίληψη τῶν ὁρίων, ὅπου ὑπάρχει σύγχυση ὡς πρός τά πιστευόμενα, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἄγνοια καί ἀποπροσανατολισμός, ὅπου, ἰδιαίτερα, δέν ὑπάρχει σαφής αἴσθηση τῶν διαφορῶν (παρ’ ὅτι κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι πρέπει νά βλέπουμε μόνο τίς ὁμοιότητες!), ἐκεῖ δημιουργοῦνται ἀναυθεντικές σχέσεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν ἀναγκαστικά σέ συγκρούσεις, μέ ὀλέθριες συνέπειες γιά πρόσωπα καί κοινωνίες. Οἱ ὑπάρχουσες διαφορές συνήθως αἰσθητοποιοῦνται μέ ἐξωτερικά στοιχεῖα, ὅπως ἡ λατρεία, ἡ ἔνδυση, τά ἔθιμα κ.ἄ. Π.χ. ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κάνει ἕνας Χριστιανός τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καταλαβαίνουμε ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος ἤ Ρωμαιοκαθολικός κ.λπ.

Στίς ἱστορικές σχέσεις μεταξύ Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ὑπῆρξαν πολλά τέτοια ἀρνητικά καί ἀναυθεντικά στοιχεῖα (οἱ Σταυροφορίες, οἱ ἀπόπειρες ἀθέμιτου προσηλυτισμοῦ μέ τή ὀργανωμένη δράση «μισσιοναρίων» στόν ἑλλαδικό χῶρο, ἡ χρήση τοῦ χρήματος καί τῆς ἐξουσίας γιά τήν ὑποταγή ἑτεροδόξων καί ἀντιφρονούντων, ἡ ἐξόντωση Ὀρθοδόξων πληθυσμῶν στή Σερβία κ.ἄ.), τά ὁποῖα προσπαθοῦμε νά ἐξαλείψουμε ἀπό τό παρόν. Ὡστόσο, ἕνα ἀπ’ αὐτά παραμένει, ἀκμάζει καί δημιουργεῖ τεράστια προβλήματα μεταξύ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, εἰς βάρος, βέβαια, τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτό εἶναι ἡ Οὐνία. Στήν Ἑλλάδα τό πρόβλημα δέν εἶναι τόσο γνωστό, γιατί, μέ ἐξαίρεση τήν Ἀθήνα καί τά Γιαννιτσά, δέν ὑπάρχουν οὐνιτικές κοινότητες σέ ἄλλες περιοχές. Ὅμως, στίς Ὀρθόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης (Ρωσία, Οὐκρανία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία κ.ἄ), ὑπάρχουν πολυπληθεῖς οὐνιτικές κοινότητες, προκαλώντας μιά ἄνευ προηγουμένου σύγχυση στίς ἐκεῖ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, πού προσπαθοῦν νά ἐπουλώσουν τίς πληγές τους ἀπό τά ἀθεϊστικά καθεστῶτα. Στήν Οὐκρανία, μάλιστα, ἡ ἐκεῖ οὐνιτική κοινότητα ἐπιχειρεῖ, σύμφωνα μέ πληροφορίες, τή συνένωσή της μέ τήν ὑπό ἀνακήρυξη αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς χώρας, μέ ἀδιευκρίνιστους ὅρους καί προϋποθέσεις. Σύμφωνα μέ στοιχεῖα πού διαρρέουν στό διαδίκτυο, ὁ Πρόεδρος τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τόσο σθεναρά στηρίζει τό αὐτοκέφαλο καί ἐργάζεται γι’ αὐτό, εἶναι Οὐνίτης καί ἐμφανίζεται (προφανῶς καί κοινωνεῖ!) ἀδιακρίτως σέ Ὀρθοδόξους καί οὐνιτικούς Ναούς.

Ὅμως, τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Οὐνία; Εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό μόρφωμα, ἀπό Ὀρθοδόξους πληθυσμούς (ἤ ἀπό πληθυσμούς ἄλλων χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν), οἱ ὁποῖοι, γιά διάφορους λόγους καί ὑπό εἰδικές συνθῆκες, ἀποσκίρτησαν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, ἀποκόπηκαν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἑνώθηκαν μέ τόν Παπισμό, διατηρώντας, ὅμως, ὅλα τά ἐξωτερικά στοιχεῖα τῆς προέλευσής τους. Ἔτσι, οἱ Ὀρθοδόξου προελεύσεως Οὐνῖτες, ἐνῶ μνημονεύουν στή Θεία Λειτουργία τόν Πάπα καί ἀνήκουν στή δικαιοδοσία του, τελοῦν τή Θεία Λειτουργία ὅπως ἀκριβῶς ἐμεῖς. Οἱ Ἱερεῖς τους ἔχουν τήν ἴδια ἐμφάνιση μέ αὐτή τῶν Ὀρθοδόξων, φέρουν τά ἴδια ἄμφια, τελοῦν τίς ἴδιες ἑορτές, ἀκολουθοῦν τίς ἴδιες παραδόσεις κ.λπ. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ Οὐνῖτες εἶναι Παπικοί, πού ἐμφανίζονται ἐξωτερικά ὡς Ὀρθόδοξοι. Προφανῶς, καί οἱ ἴδιοι βιώνουν ἕνα εἶδος ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ: ἡ ἱστορία τους καί ἡ ἐμφάνισή τους τούς θυμίζει συνεχῶς ὅτι εἶναι κάτι ἄλλο ἀπ’ αὐτό στό ὁποῖο ἀνήκουν. Ὁ ὅρος «Οὐνία», ἀπό τόν ἀντίστιχο Πολωνικό ὅρο («Unia»), σημαίνει «ἕνωση» (ἕνωση μέ τή Ρώμη) καί ἔχει λατινικές ρίζες («unio» = «ἕνωση»). Τό Βατικανό ἀποκαλεῖ τίς κοινότητες αὐτές «Ἀνατολικές Καθολικές Ἐκκλησίες». Εἶναι αὐτονόητο, τί διαστάσεων σύγχυση προκαλεῖ ἡ δράση τῶν Οὐνιτῶν μεταξύ Ὀρθοδόξων πληθυσμῶν, πού εἶναι κατά μέγα μέρος ἀκατήχητοι. Ὁ στόχος, βέβαια, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ὑποταγή τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν στόν Παπισμό, γι’ αὐτό ἡ Οὐνία ἔχει χαρακτηριστεῖ ἑπιτυχημένα «δούρειος ἵππος» τοῦ Παπισμοῦ. Ὡστόσο, τό πρόβλημα δέν εἶναι μόνο ἡ σύγχυση καί ὁ προσηλυτισμός: οἱ ὀργανωμένες οὐνιτικές κοινότητες, μέ τήν ὑποστήριξη τῶν κρατικῶν ἀρχῶν καί μέ τήν ἀνοχή (ἄν ὄχι καί μέ τήν ὑποκίνηση) τοῦ Βατικανοῦ, προβαίνουν σέ βιαιότητες ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων, σέ καταλήψεις Ναῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων, ἀκόμη καί σέ διωγμούς ἤ ἐξοντώσεις Ὀρθοδόξων πιστῶν!

Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς Οὐνίας

Οἱ ρίζες τῆς Οὐνίας βρίσκονται στήν τάση τοῦ Παπισμοῦ νά καθυποτάξει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά καί κάθε ἄλλη χριστιανική κοινότητα στόν κόσμο. Ἤδη ἀπό τόν 9ο μ.Χ. αἰ., πρίν τό Σχίσμα τοῦ 1054, μεταξύ τῶν Φράγκων θεολόγων καί κληρικῶν εἶχε διαμορφωθεῖ ἡ ἀντίληψη ὅτι στήν Ἀνατολή κατοικοῦν αἱρετικοί «Γραικοί», πού εἶναι ἀντικείμενο προσηλυτισμοῦ. Ὅταν οἱ Φράγκοι ἐπεκράτησαν στόν Παπικό θρόνο, μετέφεραν ἐκεῖ τίς ὁλοκληρωτικές καί ἀπολυταρχικές ἀντιλήψεις τους, μέ ἀποτέλεσμα νά προκύψει τό γνωστό Σχίσμα. Ἐκφράζοντας τή νέα ἀντίληψη περί Παπισμοῦ ὁ Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073-1085), διακήρυττε τόν 11ο αἰ. ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ «ἀπόλυτος κύριος τῆς παγκόσμιας Ἐκκλησίας» καί ὁ «κύριος τοῦ κόσμου»! Μέ αὐτά τά δεδομένα, ἡ ὕπαρξη Ἐκκλησιῶν, πού δέν ἀναγνώριζαν τήν ἐξουσία τοῦ Πάπα, ἦταν κάτι ἀδιανόητο γιά τά δεδομένα τοῦ Παπισμοῦ. Οἱ ἀπόπειρες ὑποταγῆς τῆς Ἀνατολῆς φάνηκε νά καρποφοροῦν ἀπό τό 1204, ὅταν τά φραγκικά στρατεύματα τῆς Δ΄ Σταυροφορίας κατέλαβαν καί λεηλάτησαν τήν Κωνσταντινούπολη. Ὡστόσο, καί πάλι κλῆρος καί λάος ἀντιδροῦσαν ἔντονα. Ἔτσι, λίγο ἀργότερα, στή Δ΄ Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (1215), ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Γ΄ (1198-1216), ὁ ἱδρυτής καί τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ἔδωσε τήν ἑξῆς «λύση»: «Ἐάν σέ κάποια περιοχή ζοῦν διάφορα ἔθνη μέ διαφορετικές γλῶσσες καί ἐκκλησιαστικούς ρύθμους, ὁ Ἐπίσκοπος νά ἐκλέξει ἄξιους ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θά τελοῦν γιά κάθε μιά ἐθνότητα τή θεία λατρεία στή γλῶσσα καί τόν ρυθμό της». Αὐτό ἦταν καινοφανές γιά τά δεδομένα τοῦ Βατικανοῦ, τό ὁποῖο ὡς τότε ἐπέβαλε, ἀκόμη καί μέ τή βία, τά φραγκικά ἔθιμα καί τή λατινική γλώσσα στή λατρεία κάθε ἔθνους τῆς δικαιοδοσίας του. Στό ἴδιο πνεῦμα ἡ βούλα τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου Δ΄ (1243-1254) τοῦ 1254 ἔκανε δεκτά τά ἔθιμα τῶν Ἀνατολικῶν μέ σκοπό τόν βαθμιαῖο ἐκλατινισμό τους. Πάλι, ὅμως, τά ἀποτελέσματα ἦταν πενιχρά. Οὐνία δέν εἶχε προκύψει ἀκόμη.

Πρῶτοι Οὐνῖτες ἦταν οἱ λεγόμενοι «ἑνωτικοί» τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τήν ἕνωση στή Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439). Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Σύνοδος ἐκείνη δέν ἐπέβαλε τά ἔθιμα καί τή γλῶσσα τῶν λατίνων στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ πρωτεργάτες τῆς ἕνωσης Ὀρθόδοξοι τιμήθηκαν μέ τό ἀξίωμα τοῦ Καρδιναλίου ἀπό τόν Πάπα, ὅμως ἀντέδρασε ἔντονα ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός (1392-1444), ἔχοντας στό πλευρό του τό σύνολο σχεδόν τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ ἕνωση ἀποκηρύχθηκε στήν πράξη, οἱ δέ προσπάθειες τῆς πολιτείας νά τήν ἐπιβάλει μέ κάθε μέσο ἔληξαν μέ τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους (1453) καί ἡ μικρή οὐνιτική ὁμάδα διαλύθηκε.

Μετά τήν ἅλωση ὁ Παπισμός, θεωρώντας ἰσχύουσες τίς ἀποφάσεις τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας, ἔστρεψε τήν προσοχή του στούς ἐκτός τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας Ὀρθοδόξους. Ἀπό τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν, πού ἱδρύθηκε τό 1534 ἀπό τόν Ἰγνάτιο Λαϊόλα (1491-1556), διοργανώθηκαν ἱεραποστολές, οἱ ὁποῖες βρῆκαν πρόσφορο ἔδαφος στήν Πολωνία καί τή σημερινή Λιθουανία. Ἐκεῖ, μέ τήν ὑποστήριξη τῶν Βασιλέων Σιγισμούνδου Β΄ (1548-1572), Στεφάνου (1575-1586) καί Σιγισμούνδου Γ΄ (1587-1632), τά ἀποτελέσματα ἦταν ὄντως, θεαματικά: ἑκατομμύρια Ὀρθοδόξων πείσθηκαν νά γίνουν Οὐνῖτες! Σέ Σύνοδο στή Brest-Litovsk (1595-1596) ἀπό Ὀρθοδόξους καί Λατίνους, ἀποφασίστηκε ἡ ἕνωση μέ τή Ρώμη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Πολωνικῆς ἐπικράτειας καί ἐκδόθηκε σχετική Πράξη μέ 33 ἄρθρα - ὅρους. Βέβαια, ἡ ἕνωση δέν ἔγινε ἀπό ὅλους δεκτή, ὅμως ὁ Πολωνός Βασιλιάς Σιγισμοῦνδος Γ΄ ἐπεδίωξε νά τήν ἐπιβάλλει μέ κάθε μέσο, ἀκόμη καί στίς τότε κατακτημένες ἀπό τούς Πολωνούς περιοχές τῆς Μικρῆς καί Μεγάλης Ρωσσίας. Ἀκολούθησαν σκληροί διωγμοί γιά τήν ἐξόντωση τῶν ἀντιπάλων. Ἡ ἕνωση τῆς Brest-Litovsk ἦταν τόσο ἰσχυρή, ὥστε κατατρόμαξε ἀκόμη καί τούς Διαμαρτυρομένους. Ἐκεῖ γιά πρώτη φορά οἱ ἑνωμένοι μέ τόν Παπισμό ἀπεκλήθησαν «Οὐνῖτες» ἀπό τούς ἀντιπάλους τους. Κατά τή συμφωνία, ὁ ἐκλεγμένος Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης δέν ἦταν ὑποχρεωμένος νά μεταβεῖ ὁ ἴδιος στή Ρώμη γιά νά λάβει τήν sacrae (ἄδεια καθαγιασμοῦ - χειροτονίας) ἀπό τόν Πάπα, ἀλλά μποροῦσε νά τήν λάβει μέ ἀλληλογραφία. Μέ αὐτή τήν προϋπόθεση, θά γινόταν ἡ χειροτονία του ἀπό δύο τουλάχιστον Ἐπισκόπους, μετά δέ τή χειροτονία ἔπρεπε νά δώσει «ὅρκο ὑπακοῆς στόν Ἀνώτατο Ποντίφικα παρουσίᾳ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Gniezno». Ἀπό ἐκεῖ (τή σημερινή Πολωνία, Λιθουανία καί Ρωσία) ἡ Οὐνία ἐπεκτάθηκε σέ ὅλα τά σλαβικά κράτη (Οὐκρανία, Τσεχία, Σλοβακία, Ρουμανία, Οὐγγαρία, Βουλγαρία, Σερβία), προκαλώντας σφοδρές συγκρούσεις μέ τούς ἐκεῖ Ὀρθόδοξους πληθυσμούς μέχρι σήμερα.

Παράλληλα, οἱ ἑλληνόφωνες περιοχές δέν ἔπαψαν νά ἀποτελοῦν ἀντικείμενο προσηλυτισμοῦ. Μέ ἐνέργειες τῶν Ἰησουϊτῶν ἱδρύθηκε τό 1577 στή Ρώμη τό «Ἑλληνικό Κολλέγιο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου», μέ σκοπό νά προσφέρει ἀνώτερη παιδεία σέ νέους ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Κολλεγίου ἔτρεφαν ἰδιαίτερη συμπάθεια στή Ρώμη καί ἦταν ὑπέρμαχοι τῆς ἕνωσης. Παρόμοιες Σχολές μέ ἀνάλογα ἀποτελέσματα κατόρθωσε νά ἱδρύσει τό Βατικανό στήν ἴδια τήν Κωνσταντινούπολη (1583), στή Θεσσαλονίκη, στή Σμύρνη, στήν Ἀθήνα, στή Χαλκίδα, γιά ἕνα διάστημα ἀκόμη καί στό Ἅγιο Ὄρος (1635-1641)! Γύρω στά 1860 ἱδρύθηκε ἀπό Οὐνίτες τῆς Βουλγαρίας ἡ οὐνιτική κοινότητα στά Γιαννιτσά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Στήν Κωνσταντινούπολη οὐνιτική κοινότητα ἱδρύθηκε μετά τό 1907, ὅμως μέ τή Μικρασιατική καταστροφή (1922) τό κέντρο της μεταφέρθηκε στήν Ἀθήνα, ὅπου ὑπάρχει μέχρι σήμερα.

Ἡ Οὐνία στούς Θεολογικούς Διαλόγους

Ἀπό τίς ἀρχές περίπου τοῦ περασμένου (20οῦ) αἰ. ἄρχισε μιά περίοδος συνδιαλλαγῆς καί διαλόγου μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν, στήν ὁποία μετέχει καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τό 1980 ἄρχισε ὁ ἐπίσημος Διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ μεῖζον θέμα τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας. Ἀπό τήν Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1964) εἶχε τεθεῖ ὡς «ὅρος ἀπαράβατος τῆς ἐνάρξεως τοῦ Διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἡ ὑπό τῆς τελευταίας κατάργησις τῶν οὐνιτικῶν τούτων Ἐκκλησιῶν». Ὡστόσο, ὅταν ἄρχισε ὁ Διάλογος ὄχι μόνο δέν εἶχε γίνει αὐτό, ἀλλά ἀπό τά 18 μέλη τῆς Παπικῆς ἀντιπροσωπίας στήν Α΄ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου (1980) τά 8 ἦσαν Οὐνῖτες! Αὐτό προκάλεσε τήν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Ὀρθοδόξων μέ ἐνδεχόμενο νά ναυαγήσει ὁ Διάλογος. Τελικά, ἡ Ὁλομέλεια ἔκανε ἀποδεκτή Δήλωση τῶν Ὀρθοδόξων, ὅτι «πρῶτον ἡ παρουσία Οὐνιτῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἀνατολικοῦ ρυθμοῦ εἰς τήν Ἐπιτροπήν τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν δέν σημαίνει ἀναγνώρισιν τῆς Οὐνίας ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί δεύτερον, τό θέμα τῆς Οὐνίας παραμένει ἀνοικτόν, ὡς ἕν τῶν προβλημάτων πού θά ἀπασχολήσουν τόν Διάλογον».

Ἔτσι, ἡ συζήτηση γιά τό θέμα τῆς Οὐνίας προσωρινά ἀναβλήθηκε, τέθηκε δέ γιά πρώτη φορά στήν Δ΄ Ὁλομέλεια (1987), ὅπου καταδικάστηκαν γενικά οἱ μεθόδοι τῆς Οὐνίας καί τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἡ Ε΄ Ὁλομέλεια (1988) ἀνέθεσε τή μελέτη του σέ Μικτή Ὑποεπιτροπή, ὅμως ἀκολούθησαν οἱ ραγδαῖες ἐξελίξεις μέ τήν κατάρρευση τῶν ἀθεϊστικῶν καθεστώτων στήν Ἀνατολική Εὐρώπη καί μέ τήν ἔξαρση τῆς δράσης τῆς Οὐνίας στίς νέες συνθῆκες πού διαμορφώθηκαν. Συνεχῶς ἔφθαναν πληροφορίες γιά ἔκτροπα καί βίαιες ἐνέργειες σέ βάρος Ὀρθοδόξων πιστῶν, κληρικῶν καί Ναῶν, παρά τίς ἔντονες διαμαρτυρίες Ὀρθοδόξων Προκαθημένων. Ἔτσι ἡ Ὑποεπιτροπή δέν εἶχε ἀλλή ἐπιλογή ἀπό τή σαφή καί κατηγορηματική καταδίκη τῆς Οὐνίας στό Πόρισμά της (1990), τό ὁποῖο ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά ἀναγκάστηκε νά συνυπογράψει, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι τό περιεχόμενό του θά ἀνατρεπόταν στήν ἑπόμενη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Κατά τό Πόρισμα, «ἡ Οὐνία δέν θεωρεῖται πλέον πρότυπον ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, διότι ἡ ἐκκλησιολογία ἐντός τῆς ὁποίας ἀνεπτύχθη δέν ἐμπνέεεται ἀπό τήν κοινήν παράδοσιν τῶν Ἐκκλησιῶν μας», ἡ δέ «χρῆσις λειτουργικῶν ρυθμῶν καί ἀμφίων, τά ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τήν παραδοσιακήν κληρονομίαν μιᾶς ἐκ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας, ἐκ μέρους κοινοτήτων ἤ καί μελῶν τοῦ κλήρου τῆς ἄλλης Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀπορριφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, ἐάν τοῦτο γίνεται πρός προσηλυτισμόν». Στό ἴδιο κλίμα ἡ ἑπόμενη ΣΤ΄ Ὁλομέλεια (1990) μέ τήν ἐπιμονή τῶν Ὀρθοδόξων συζήτησε μόνο τό θέμα τῆς Οὐνίας καί ἐξέδωσε κείμενο, στό ὁποῖο ἐπαναλαμβάνονται οἱ θέσεις τοῦ Πορίσματος καί τονίζεται ἐπιπλέον ὅτι «ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος, ὅπου ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχε νά ὑπηρετήσῃ τόν σκοπόν τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως προεκάλεσε νέας διαιρέσεις».

Φυσικά, τό κείμενο δέν ἱκανοποίησε τή ρωμαιοκαθολική πλευρά, ἡ ὁποία εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἐργάστηκε γιά τήν ἀνατροπή του. Κανένα ἀπό τά σημεῖα του δέν ἐφαρμόστηκε στή πράξη. Ἀντίθετα, τό ἴδιο ἔτος ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ (1978-2006) συγκάλεσε σέ Σύνοδο τούς Οὐνῖτες Ἐπισκόπους τῆς Οὐκρανίας στή Ρώμη, ὅπου «ἐνεθάρυνε ὅλους νά συνεχίσουν τήν πορεία τους», ἐνίσχυσε, μάλιστα, τήν Οὐνία μέ χειροτονίες νέων Ἐπισκόπων. Γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς κατάστασης ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος (1972-1991) συγκάλεσε ἔκτακτη Σύσκεψη στό Φανάρι (11-12/12/1990), ἡ ὁποία διαπίστωνε «καταστάσεις καί γε­γονότα εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων διαδραματιζόμενα, τά ὁποῖα ὑπερβαίνουν πᾶσαν φαντασίαν», καθώς ἐπίσης «κατάφωρον παραβίασιν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ... διά χρήσεως ἀμέσου βίας ἐναντίον ἀτόμων, διά τῆς καταχρήσεως νομοθετικῶν ρυθμίσεων» κ.ἄ. Ὡστόσο, στήν ἑπόμενη Ζ΄ Ὁλομέλεια (Balamand 1993) ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά πέτυχε τήν ἔκδοση κειμένου, τό ὁποῖο καταδίκαζε μέν τήν Οὐνία ὡς μέθοδο τοῦ παρελθόντος, ἀλλά ἀναγνώριζε τήν ἐκκλησιαστική της ὑπόσταση καί τήν ὕπαρξή της στό παρόν. Τό κείμενο τοῦ Balamand δέν ἔγινε ἀποδεκτό ἀπό πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἡ δέ Ὀρθόδοξη πλευρά θεωροῦσε τό θέμα τῆς Οὐνίας ἀκόμη ἀνοικτό. Στήν ἑπόμενη Η΄ Ὁλομέλεια στή Βαλτιμόρη τῶν Η.Π.Α (2000), μέ προσωπική παρέμβαση τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄ ὑπέρ τῶν «Ἀνατολικῶν Καθολικῶν Ἐκκλησιῶν» (Οὐνιτῶν), ὁ Διάλογος κατέληξε σέ πλῆρες ναυάγιο. Σέ Δήλωσή της ἡ Ὀρθόδοξη ἀντιπροσωπία θεωροῦσε ὅσα συνέβησαν στό Balamand «ὡς μή γενόμενα» καί ὅτι ἡ συζήτηση γιά τήν Οὐνία ἐπιστρέφει «εἰς μηδενικήν βάσιν». Μέ τήν ἐπανέναρξη τοῦ Διαλόγου ἕξι χρόνια μετά τήν πλήρη διακοπή του (2006) τό ζήτημα τῆς Οὐνίας ἔπαψε πλέον νά συζητεῖται τουλάχιστον αὐτόνομα καί ἀνεξάρτητα, ἡ δέ Οὐνία συνεχίζει ἀνενόχλητη τή δράση της στίς Ὀρθόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης.

Ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως

Ἀπό τά παραπάνω διαπιστώνεται ἡ ἐπιμονή τοῦ Βατικανοῦ νά διατηρεῖ, ἀλλά καί νά ἐνισχύει, ἕναν θεσμό καθαρά προσηλητιστικό, ἕναν μηχανισμό ὑποταγῆς Ὀρθοδόξων καί ἄλλων πληθυσμῶν, μιά μέθοδο ἐπανειλημμένα καταδικασμένη ἀκόμη καί ἀπό ἐπιφανεῖς ἐκπροσώπους του στόν Διάλογο μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ ὕπαρξη τῆς Οὐνίας δέν ἔχει κανένα ἐκκλησιολογικό, κανονικό καί δογματικό ἔρεισμα στήν Παράδοση τῆς ἀρχαίας ἑνωμένης Ἐκκλησίας τῶν δέκα πρώτων αἰώνων, ἡ δέ χρήση κάθε μορφῆς βίας (χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν οὐνιτικῶν κοινοτήτων, μέ τήν ἀνοχή ἤ τήν ὑποκίνηση τῆς Ρώμης μέχρι σήμερα) εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστη μέ τή χριστιανική ἰδιότητα (ἴσως γιά τό Βατικανό νά εἶναι θεμιτή, γιατί τήν ἔχει χρησιμοποιήσει καί στό παρελθόν!). Ὅπως ἔχει γίνει ἀποδεκτό καί ἀπό τίς δύο πλευρές, ἡ Οὐνία ὄχι μόνο δέν προσέφερε τίποτε στό ζήτημα τῆς ἑνώσεως, ἀλλά, ἀντίθετα, προκάλεσε ἐπιπλέον διαιρέσεις, σχίσματα καί συγκρούσεις καί πολλαπλασίασε τά προβλήματα.

Βέβαια, ὁ κατ’ ἐξοχήν σκοπός τῆς Οὐνίας, ἡ ἕνωση («οὐνία» σημαίνει «ἕνωση»), εἶναι κοινός καί γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ἡ Ἐκκλησία μας συνεχῶς εὔχεται «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἶναι «ἵνα πάντες ἕν ὦσι» (Ἰω. 17,21). Ὅμως διαφορετικά θεωρεῖ τό ζήτημα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί διαφορετικά, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά. Κατά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί κατά τήν κοινή Παράδοση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἡ ἕνωση ὑπάρχει στή μία πίστη, στή μία Ἀλήθεια πού δίδαξε ὁ Χριστός, καί στή συνέχεια στό ἕνα Βάπτισμα, στή μία Θεία Εὐχαριστία κ.λπ. Ἡ ἀλλοίωση τῆς πίστεως συνιστᾶ τήν αἵρεση, ἡ ὁποία εἶναι κατάσταση πού ἀποκόπτεται ἄμεσα ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί μέθοδος πού δέν ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Κατά συνέπειαν, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἕνωση μέ διαφορές στήν πίστη, ἕνωση χωρίς κοινή πίστη, εἶναι δέ γεγονός ὅτι μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ὑπάρχουν ὄντως σημαντικές διαφορές στήν ἴδια τήν πίστη. Κοινή πίστη δέν ὑπάρχει!

Ἀπό τή ρωμαιοκαθολική πλευρά, ἀντίθετα, παρατηρεῖται ἡ τάση νά ὑποτιμηθοῦν αὐτές οἱ διαφορές καί νά θεωρηθοῦν δυό θεμιτές ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος, ὥστε σέ μιά ἐνδεχόμενη ἕνωση κάθε πλευρά νά διατηρήσει τήν «παράδοσή της», ἀκόμη καί τή δογματική! Αὐτό, ὅμως, σημαίνει ὅτι τό πρότυπο ἑνώσεως πού ἔχει τό Βατικανό καί προβάλλει μέχρι σήμερα, δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό τῆς Οὐνίας.

Ἱερεύς Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας

Ο Χριστός και το πνεύμα των Χριστουγέννων

1

Διαβάστε περισσότερα: Ο Χριστός και το πνεύμα των Χριστουγέννων

Υποκατηγορίες