(Κείμενο ἀπό τό ἔντυπο
«Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 105, Ὀκτ. - Δεκ. 2018).
 
 
Ἕνας διχασμός στίς ἑορτές τοῦ Δωδεκαημέρου
 
Κάθε φορά, πού ἔρχονται οἱ ἑορτές τοῦ ἁγίου Δωδεκαημέρου (τῶν Χριστουγέννων, τοῦ νέου ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ 105 Φωτ. 12ἔτους καί τῶν Θεοφανείων), ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τουλάχιστον, ζοῦμε ἕναν βαθύ διχασμό. Εἶναι ὁ διχασμός ἀνάμεσα σέ ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ Παράδοσή μας, ἀλλά καί ἡ πραγματικότητα (ἡ ἱστορική ἀλήθεια), καί σέ ὅ,τι ἐπιχειρεῖται νά μᾶς ἐπιβληθεῖ ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως, ἀπό τούς διεθνεῖς μηχανισμούς διαφήμισης, ἀπό τά πανίσχυρα κέντρα τῆς παγκοσμιοποίησης καί, γενικά, ἀπό τό σύγχρονο περιβάλλον. Μέσῳ αὐτῶν ἐπιχειρεῖται ὁ μεθοδευμένος ἀποπροσανατολισμός μας ἀπό τά ἑορταζόμενα ἱστορικά γεγονότα (τή Γέννηση τοῦ Κυρίου, τή Βάπτιση κ.λπ.) πρός ἕναν γενικό, ἀόριστο καί χωρίς περιεχόμενο ἑορτασμό. Δηλαδή, ἐπιχειρεῖται ἡ ἀποκοπή μας ἀπό τό κέντρο ὅλων αὐτῶν τῶν ἑορτῶν, πού εἶναι ὁ Χριστός! Ἔτσι, στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς γενικευμένης ἀντιχριστιανικῆς προπαγάνδας, ἡ εὐχή «Καλά Χριστούγγενα» ἀντικαθίσταται σταδιακά ἀπό τήν ἀόριστη καί ἄχρωμη εὐχή «Χρόνια πολλά», προβάλλεται δέ ἡ ἄποψη ὅτι τά Χριστούγεννα εἶναι κοινή «γιορτή» καί γιά μουσουλμάνους καί γιά ἰνδουϊστές καί γιά ἀθέους, δηλαδή καί γιά ὅσους δέν πιστεύουν στόν Χριστό! Διαβάζουμε π.χ. τίτλο σέ ἱστοσελίδα στό διαδίκτυο: «Γελάει τό σύμπαν!!! Χριστουγεννιάτικη ἐκδήλωση γιά μουσουλμάνους λαθρομετανάστες ἔκανε ὁ Παυλόπουλος» (Κατοχικά Νέα, 22/12/2017).
Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι ὁ προβαλλόμενος νέος τρόπος ἑορτασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἤδη κυριαρχεῖ σέ μέγα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ, δέν περιλαμβάνει παραδοσιακά στοιχεῖα ὅπως, ὁ ἐκκλησιασμός, ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ προετοιμασία μέ Ἐξομολόγηση, νηστεία, προσευχή κ.λπ., ἀλλά ἐξαντλεῖται στά ἐντελῶς ἐπιφανειακά καί ἐξωτερικά ὅπως, ἡ διακόσμηση, ἡ διασκέδαση, ἡ πολυφαγία, ἡ κρεπάλη, ἡ μέθη, οἱ κάθε εἴδους ἐντυπωσιασμοί κ.ἄ. Ἡ «φυσική» ροπή τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν καλοπέραση, τήν ἄνεση, τή φιληδονία καί τήν ἁμαρτία, συντελεῖ στό νά ἐπεκτείνεται ραγδαῖα ὁ νέος αὐτός τρόπος ἑορτασμοῦ. 
Ἴσως τό χαρακτηριστικότερο στοιχεῖο αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπου κορυφώνεται ἡ παραπλάνηση, εἶναι ἡ ἀντικατάσταση τῆς πραγματικῆς εἰκόνας τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ γνωστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τιμᾶται τήν 1η Ἰανουαρίου, μέ μιά ἄλλη εἰκόνα, πού δέν ἔχει καμμία ἀντιστοιχία στήν πραγματικότητα. Ἔτσι, ὁ Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἰσχνός, ὁ ἀσκητής, ὁ φιλάνθρωπος, ὁ θεοφώτιστος, ὁ Διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης, ὁ μέγας Θεολόγος, ὁ δεινός συγγραφέας, ὁ φιλάσθενος πού ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο μας στήν ἡλικία τῶν 49 μόλις ἐτῶν, ἀντικαθίσταται ἀπό ἕναν διαφορετικό «ἅγιο», γέροντα, μέ κατάλευκα γένια, εὐτραφῆ, μέ κόκκινη κάπα καί σκοῦφο, πού μοναδικό ἔργο του εἶναι νά ἐμφανίζεται κάθε χρόνο καί νά μοιράζει δῶρα στά παιδιά. Λίγοι ἴσως γνωρίζουν ὅτι ἡ παραπλανητική αὐτή εἰκόνα τοῦ νέου «Ἁϊ-Βασίλη» (Santa Claus) εἶναι διαφημιστικό κατασκεύασμα τῆς ἀμερικανικῆς ἑταιρείας Coca Cola, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια. Ἄς δοῦμε, ὅμως (ἤ μᾶλλον, ἄς θυμηθοῦμε), ποιός εἶναι ὁ πραγματικός ἅγιος Βασίλειος καί πῶς προέκυψε ἡ σημερινή γελοιοποίησή του. 
 
Ὁ ἱστορικός Μέγας Βασίλειος
 
Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας (330-379 μΧ.) γεννήθηκε στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου ἀπό εὔπορους ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ 105 Φωτ. 13καί εὐγενεῖς γονεῖς. Ἡ οἰκογένεια εἶχε βαθειές ρίζες στήν ἐκκλησιαστική Παράδοση καί ὑπέστη διώξεις στήν περίοδο τῶν Διωγμῶν. Ἡ γιαγιά του Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ (213-270), τέσσερις δέ ἀπό τούς ὀκτώ ἀδελφούς του ἀναδείχθηκαν Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας: ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (335-395), ὁ ἅγιος Πέτρος Σεβαστείας (+392), ὁ ὅσιος Ναυκράτιος (+358) καί ἡ ὁσία Μακρίνα (324-379). Ὁ πατέρας του ἦταν καθηγητής τῆς ρητορικῆς. Πολύ νωρίς ὁ Βασίλειος ἔδειξε τήν ἔφεσή του στή μάθηση καί τίς ἐξαιρετικές πνευματικές του ἱκανότητες.
Διδάχθηκε τά πρῶτα γράμματα ἀπό τόν πατέρα του. Συνέχισε τίς σπουδές στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στήν Κωνσταντινούπολη καί, τέλος στήν Ἀθήνα, ἡ ὁποία ἦταν τό σπουδαιότερο πνευματικό καί μορφωτικό κέντρο τοῦ τότε κόσμου. Σπούδασε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς: γεωμετρία, ἀστρονομία, φιλοσοφία, ἰατρική, ρητορική καί γραμματική. Ἡ προσωπικότητα καί ἡ παρουσία του στήν Ἀθήνα ἦταν ἐντυπωσιακή μεταξύ καθηγητῶν καί φοιτητῶν. Ἐκεῖ εἶχε συμφοιτητές δύο πολύ γνωστά πρόσωπα: τόν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο (328-390) ἀπό τήν Καππαδοκία, μέ τόν ὁποῖο εἶχε ἤδη συνδεθεῖ μέ πάρα πολύ στενή φιλία, καί τόν μετέπειτα Αὐτοκράτορα Ἰουλιανό τόν Παραβάτη (361-363).
Ὁλοκληρώνοντας τίς σπουδές, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, ὅπου ἐργάστηκε γιά λίγο ὡς καθηγητής τῆς ρητορικῆς, χωρίς, ὅμως, νά μένει ἱκανοποιμένος. Ἤδη ἀπό τά φοιτητικά του χρόνια ζοῦσε πολύ ἀσκητικά καί ἐπιθυμοῦσε τήν πλήρη ἀφιέρωσή του στόν Χριστό. Ὡστόσο, ὁ μοναχικός βίος δέν ἦταν τότε ὀργανωμένος. Ξεκίνησε, λοιπόν, μιά περιοδεία σέ ὅλους σχεδόν τούς τότε γνωστούς ἀσκητές τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Μελέτησε τή ζωή τους καί, μέ βάση τίς παρατηρήσεις του, ἔγραψε ἀργότερα τά ἀσκητικά του ἔργα («Ὅροι κατά πλάτος», «Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν» κ.ἄ), θέτωντας τά θεμέλια τοῦ μοναχικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπειτα ἀποσύρθηκε νά ἀσκητέψει ὁ ἴδιος, καλώντας μαζί του καί τόν Γρηγόριο. Ἐκεῖ ἔζησε ἔντονες πνευματικές ἐμπειρίες. Ἔγινε κατοικητήριο τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄργανο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Αὐτό, ὅμως, δέν κράτησε πολύ. Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα καί καλοῦσε τούς δύο μεγάλους Θεολόγους στήν ἐνεργό δράση. Ὁ Ἀρειανισμός, ἡ φοβερή αὐτή αἵρεση τῶν ἀρχῶν τοῦ 4ου μ.Χ. αἰ., ἡ ὁποία εἶχε κατατροπωθεῖ μέ τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου (295-373) καί εἶχε καταδικαστεῖ ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (325), γνώριζε νέα ἄνθιση. Ἕνας ἀκραῖος ὁπαδός τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου (260-336), ὁ Εὐνόμιος Κυζίκου (320-390), τόν εἶχε ἀνασυντάξει μέ νέα ἐπιχειρήματα. Οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολῆς εἶχαν μεταστραφεῖ στόν Ἀρειανισμό, ἄλλοι ἦσαν σέ σύγχυση καί λίγοι εἶχαν παραμείνει Ὀρθόδοξοι. Παράλληλα, νεοεμφανιζόμενοι αἱρετικοί, οἱ Πνευματομάχοι, ἀμφισβητοῦσαν τό γεγονός ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἶναι Θεός, θεωρώντας το ἁπλό κτίσμα (δημιούργημα τοῦ Θεοῦ). Τέλος, ὡς ἀποκορύφωση τοῦ κακοῦ, τό 361 ἔγινε Αὐτοκράτορας ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης (361-363), ἐφαρμόζοντας ἕνα πρόγραμμα σκληρῶν διωγμῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ σκοπό τήν ἐπαναφορά τῆς ἐθνικῆς θρησκείας (εἰδωλολατρίας).
Σ’ αὐτές τίς συνθῆκες ὁ Βασίλειος κλήθηκε νά ἐγκαταλείψει τό ἀσκητήριο καί νά χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος στήν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας (362), μέ σκοπό νά στηρίζει τόν Ἐπίσκοπό της καί τούς Ὀρθοδόξους πιστούς. Μέσα ἀπό δύσκολες συνθῆκες καί συγκρούσεις, ἐπιβάλλεται σταδιακά σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, ὡς πνευματικός ὁδηγός καί διδάσκαλος! Τότε ἔγραψε ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα ἔργα του, τό «Κατά Εὐνομίου», ἀντιμετωπίζοντας καταλυτικά τόν αἱρετικό Εὐνόμιο. Ἐπίσης, ἑξήγησε τά μυστήρια τῆς δημιουργίας μέ τίς περίφημες ὁμιλίες «Εἰς τήν Ἑξαήμερον» καί ἑρμήνευσε μέ ὑποδειγματικό τρόπο βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Στό θεολογικό του ἔργο ἀξιοποίησε στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Ὁ Βασίλειος γνώριζε πολύ καλά τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί σκέψη, τόσο καλά, ὅσο κανείς στήν ἐποχή του καί ὅσο ἐλάχιστοι στήν ἱστορία τοῦ κόσμου.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Καισαρείας κατόρθωσε νά ἐκλεγεῖ ὁ ἴδιος Ἐπίσκοπος (370), μέσα ἀπό ἔντονες διεκδικήσεις Ἀρειανοφρόνων αἱρετικῶν, πού ἐπιχειροῦσαν νά καταλάβουν ἕναν ἀπό τούς ἐπισημότερους θρόνους τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ Καισάρεια ἦταν τότε σημαντικό κέντρο, ὁ δέ Ἐπίσκοπός της (Ἀρχιεπίσκοπος - Μητροπολίτης) ἦταν Πρόεδρος ἐπαρχιακῆς Συνόδου καί ἐπηρέαζε σέ μεγάλο βαθμό τά ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ὡς Μητροπολίτης ὁ ἅγιος Βασίλειος προώθησε πρόσωπα μέ Ὀρθόδοξο φρόνημα σέ Ἐπισκοπές τῆς δικαιοδοσίας του: τόν φίλο του ἅγιο Γρηγόριο στήν Ἐπισκοπή Σασίμων, τόν ἀδελφό του ἅγιο Γρηγόριο στήν Ἐπισκοπή Νύσσης, τό πνευματικό του τέκνο ἅγιο Ἀμφιλόχιο στήν Ἐπισκοπή Ἰκονίου κ.ἄ. Παράλληλα, συνέχισε τό θεολογικό του ἔργο, συντάσσοντας μεταξύ ἄλλων ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα ἔργα του, τό «Περί Ἁγίου Πνεύματος», καί ἀγωνίστηκε σθεναρά γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, στέλνοντας πλῆθος Ἐπιστολῶν σέ Δυτικούς Ἐπισκόπους καί σέ ἄλλα πρόσωπα. Δέν δίστασε νά ἀντισταθεῖ σέ ἰσχυρούς τῆς γῆς (Αὐτοκράτορες), ἕτοιμος νά ὑποστεῖ κάθε συνέπεια γιά τή στάση του. Αὐτοκράτορας τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ὁ Οὐάλης (364-378), ὁ ὁποῖος ἐπιχειροῦσε νά ἐπιβάλλει μέ κάθε μέσο τόν Ἀρειανισμό, ὁ δέ Βασίλειος ἦταν τό ἰσχυρότερο ἐμπόδιο στά σχέδιά του. Τέλος, ὀργάνωσε ἕνα τεράστιο κοινωνικό ἔργο, ἕνα ὁλόκληρο συγκρότημα φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων γιά τήν ἀνακούφιση τῶν ἐνδεῶν, τή γνωστή «Βασιλειάδα».
Ὡστόσο, ἡ ἀσθενική κράση του καί ἡ ἀδυναμία τοῦ σώματος δέν τοῦ ἐπέτρεψαν νά συνεχίσει ὁ ἴδιος γιά πολύ τό μεγάλο αὐτό ἔργο. Καταβεβλημένος ἀπό ἀσθένειες, ἀπό τήν ἄσκηση καί τή νηστεία καί ἀπό τίς κακουχίες τῆς ζωῆς, ἔφυγε ἀπό τόν παρόντα κόσμο τό 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν καί κηδεύτηκε πάνδημα ὡς Ἅγιος. Εἰσῆλθε στήν Ἐκκλησία πάμπλουτος καί ἔφυγε πάμπτωχος, ἔχοντας μοιράσει τά πάντα σέ πτωχούς καί ἐνδεεῖς. Χαρακτηρίστηκε «Μέγας», ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη στήν παροῦσα ζωή. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, τούς προστάτες τῆς παιδείας, καί ἀπό τούς κορυφαίους Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἔργο του, πού συνεχίστηκε ἀπό τούς μαθητές του, φωτίζει τίς γενεές τῶν Ὀρθοδόξων μέχρι σήμερα καί θά ἐξακολουθεῖ νά φωτίζει τίς γενεές τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ μέλλοντος!
 
Ὁ Santa Claus τῆς διαφημιστικῆς προπαγάνδας
 
Πῶς προῆλθε, ὅμως, ἡ παραπλάνηση σχετικά μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου; Πῶς προῆλθε, ἡ μορφή καί ὁ μύθος τοῦ Santa Claus, τοῦ «χριστουγεννιάτικου Ἁϊ-Βασίλη», πού κυριαρχεῖ στόν σημερινό μας περίγυρο; Προφανῶς, προῆλθε ἀπό τή Δύση (Εὐρώπη καί Ἀμερική). Εἰδικότερα, κατασκευάστηκε καί ἐπιβλήθηκε τό 1931 ἀπό τή γνωστή ἀμερικανική ἑταιρεία ἀναψυκτικῶν Coca Cola, μέ σκοπό τήν προβολή καί διαφήμιση προϊόντων της.
Βέβαια, δέν δημιουργήθηκε ἐξ ἀρχῆς. Στηρίχθηκε σέ προγενέστερους μύθους καί παραδόσεις εὐρωπαϊκῶν λαῶν, πού μεταφέθηκαν στήν Ἀμερική καί ἀλλοῦ. Στή λαϊκή παράδοση πολλῶν εὐρωπαίων, ὁ Santa Claus, ὁ Ἅγιος πού μοιράζει δῶρα στά παιδιά, δέν εἶναι ὁ ἅγιος Βασίλειος, ἀλλά ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὅπως προκύπτει καί ἀπό τό ὄνομά του (Santa Claus = Ἅγιος Νικόλαος)! Ὄντως, ἀκόμη καί στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση ὁ ἅγιος Νικόλαος εἰκονίζεται σέ μεγάλη ἡλικία καί ὄχι στήν ἡλικία τοῦ ἁγίου Βασιλείου καί εἶχε, ἐπίσης, διακριθεῖ γιά τή φιλανθρωπία καί τή γεναιοδωρία του. Εἶναι γνωστό ὅτι, τόν 12ο αἰ. Γαλλίδες μοναχές μοίραζαν δῶρα στή μνήμη τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ὡστόσο, καί ἡ παράδοση γιά τόν ἅγιο Νικόλαο στηρίζεται σέ ἀρχαιότερες προχριστιανικές παγανιστικές παραδόσεις, πού ἐπιβίωσαν μετεξελιγμένες ἐντός τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά καί ἐντός ἄλλων θρησκευτικῶν παραδόσεων.
Στίς παραδόσεις αὐτές τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης ὑπῆρχε παντοῦ κάποιο μυθικό πρόσωπο (νεράιδα, ξωτικό, «θεός»), πού κάποια συγκεκριμένη μέρα τοῦ χρόνου, π.χ. σέ μιά μεγάλη γιορτή, καί γιά κάποιον λόγο μοίραζε δῶρα στά παιδιά. Ὑπῆρχε π.χ. ὁ Γκαργκάν στήν παράδοση τῶν Κελτῶν, ὁ καλός γίγαντας πού κουβαλοῦσε ἕνα τεράστιο καλάθι γεμάτο δῶρα, ὁ Babbo Natale τῶν Ἰταλῶν καί ἡ La Befana, πού μοίραζε δῶρα στά παιδιά καί ἀποκάλυπτε στούς νέους τά σχετικά μέ τόν μελλοντικό γάμο τους, ὁ Santa Claus τῶν Ἄγγλων, ὁ Père Noël τῶν Γάλλων, ὁ Sinter Klaas τῶν Ὀλλανδῶν, ὁ Weihnachtsmann τῶν Γερμανῶν, ὁ Λάμ-Κούνκ-Κούνκ τῶν Κινέζων, ὁ Χοτέισο τῶν Ἰαπώνων κ.ἄ.
Τόν 17ο αἰ. Ὀλλανδοί μετανάστες μετέφεραν στήν Ἀμερική τήν τιμή τοῦ ἁγίου Νικολάου καί τίς παραδόσεις τίς σχετικές μέ τόν Sinter Klaas (ἅγιο Νικόλαο). Τό 1804 ὁ John Pintard στήν ἐτήσια συγκέντρωση τοῦ Ἱστορικοῦ Συλλόγου τῆς Νέας Ὑόρκης μοίραζε ξυλογραφίες μέ τή μορφή τοῦ ἁγίου Νικολάου καί μέ φόντο κάλτσες γεμάτες παιχνίδια καί φροῦτα, κρεμασμένες πάνω ἀπό ἕνα τζάκι. Τό 1809 ὁ Ἀμερικανός λαϊκός συγγραφέας W. Irving στό βιβλίο του «A history of New York» καί μέ βάση τήν Ὁλλανδική ἐκδοχή, περιέγραφε τόν ἅγιο Νικόλαο νά ἔρχεται ὡς πολεμιστής σέ ἄλογο καί νά μοιράζει δῶρα. Τό 1812 ὁ ἴδιος ἀναθεώρησε τό βιβλίο, ἐμφανίζοντας τόν Ἅγιο σέ βαγόνι, πού πετᾶ πάνω ἀπό δένδρα. Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1823 σέ χριστουγεννιάτικο ποίημα τοῦ Clement Moore, μέ τίτλο «The night before Christmas», πού ἔγινε γρήγορα πασίγνωστο, περιγράφεται ἕνας ἐντελῶς διαφορετικός ἅγιος Βασίλης, μέ τή μορφή ξωτικοῦ, πού μπαίνει στά σπίτια ἀπό τίς καμινάδες, μέ στοιχεῖα ἀπό τή φιγούρα τοῦ W. Irving, ἀλλά καί ἀπό γερμανικούς καί σκανδιναβικούς μύθους. Προφανῶς, ἐδῶ εἶναι τό σημεῖο, στό ὁποῖο ὁ ἅγιος Νικόλαος μετατρέπεται σέ ἅγιο Βασίλειο! Τό 1863 ὁ Ἀμερικανός εἰκονογράφος Thomas Nast δημοσίευσε στό Harper’s Weekly, τό μεγαλύτερο περιοδικό τῆς ἐποχῆς του, χαρακτηριστικό σκίτσο μέ τίτλο «Ὁ Ἅγιος Βασίλης στό στρατόπεδο», μέ ἀρκετά νέα στοιχεῖα τοῦ γνωστοῦ μας Santa Claus, συνέχισε δέ νά παράγει παρόμοια σχέδια κάθε Χριστούγεννα μέχρι τό 1890.
Ὡστόσο, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἡ καθοριστική διαμόρφωση τῆς γνωστῆς εἰκόνας τοῦ δυτικοῦ Ἁι-Βασίλη ἔγινε ἀπό τήν ἑταιρεία Coca Cola, ἡ ὁποία τό 1931 ἀποφάσισε νά χρησιμοποιήσει τόν Santa Claus στή χειμερινή διαφημιστική ἐκστρατεία της, ἀναθέτωντας στόν Ἀμερικανό καλλιτέχνη Haddon Sundblom νά τόν ἀνασχεδιάσει. Ἐκεῖνος τόν «ἔντυσε» στά χρώματα τοῦ γνωστοῦ ἀναψυκτικοῦ καί διαμόρφωσε τήν τελική μορφή του: κόκκινη κάπα, ἄσπρη γοῦνα, μακρύ σκουφί, μαῦρες μπότες κ.λπ. Ἡ διαφήμιση τῆς Coca Cola εἶχε τεράστια ἐπιτυχία καί ἔκανε γνωστό τόν Santa Claus μέ αὐτή τή μορφή στά πέρατα τοῦ κόσμου.
Σύμφωνα μέ τή διαμόρφωση τοῦ γνωστοῦ μύθου, ὁ Ἁι-Βασίλης ζεῖ κάπου στόν Βόρειο Πόλο (Λαπωνία) καί ἔχει ἐργαστήριο παιχνιδιῶν, ὅπου πολλά μικρά ξωτικά τόν βοηθοῦν στήν κατασκευή τῶν παιχνιδιῶν πού θά μοιράσει στά παιδιά. Τήν Παραμονή τῶν Χριστουγέννων ξεκινᾶ μέ τό ἕλκηθρό του, τό ὁποῖο σέρνουν τάρανδοι, φορτωμένο μέ δῶρα, γιά τό μεγάλο ταξίδι στόν νυκτερινό οὐρανό. Προσγειώνεται στή στέγη κάθε σπιτιοῦ καί μπαίνει ἀπό τήν καμινάδα γιά νά ἀφήσει τά δῶρα τῶν παιδιῶν κάτω ἀπό τό δέντρο ἤ μέσα στίς κάλτσες. Ἔχει μιά μεγάλη λίστα μέ τά «καλά παιδιά», ὅσα ἦταν καλά στή διάρκεια τοῦ χρόνου. Στά ἄλλα, στά «κακά παιδιά», ἀντί γιά δῶρα ἀφήνει κάρβουνο! 
 
Παρατηρήσεις καί συμπεράσματα
 
Μέ δεδομένα τά παραπάνω, τά λίγο - πολύ γνωστά, εἶναι φυσικό νά ἰσχυρίζεται κάποιος: «Μά, ὅλοι γωρίζουμε ὅτι τά σχετικά μέ τόν Santa Claus εἶναι ἕνας μῦθος καί ὅτι τέτοιο πρόσωπο στήν πραγματικότητα δέν ὑπάρχει. Ὅμως, γιατί νά μήν ἀφήνουμε τά παιδιά νά πιστεύουν σ’ ἕναν τέτοιο μῦθο, πού τούς δίνει χαρά, τόν ὁποῖο, φυσικά, θά ἀπορρίψουν μεγαλώνοντας»; Συνήθως, ὁ μύθος ἔχει κάποια οὐσία ἤ μεταφέρει ἕνα μήνυμα («καί ὁ μύθος κρύπτει νοῦν ἀληθείας»!), ἡ δέ ἐπίδραση τῶν παραμυθιῶν κρίνεται, γενικά, εὐεργετική γιά τή διάπλαση τῶν παιδιῶν. Ἀκόμη καί ὁ Κύριος μίλησε μέ παραβολές!
Ὡστόσο, ποιά οὐσία ἤ ποιά ἀλήθεια μπορεῖ νά κρύπτεται στόν μύθο τοῦ Santa Claus; Εἶναι γεγονός, ὅτι ἐδῶ ἀλήθεια δέν ὑπάρχει καί πῶς ὅ,τι μένει μετά τήν παρέλευση τοῦ μύθου εἶναι τό τίποτε, τό κενό. Καμμία πληροφορία γιά τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου δέν παραμένει, ἁπλούστατα ἐπειδή ὁ μύθος δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν ἱστορικό Ἅγιο. Καμμία τιμητική ἐκδήλωση, καμμία μορφή εὐλαβείας πρός τόν Ἅγιο δέν προκύπτει. Ἴσως, μάλιστα, τό μόνο πού παραμένει εἶναι ἡ ἀρνητική ἀντίληψη ὅτι, ὅσο «καλό παιδί» κι ἄν εἶναι κάποιος στή μετέπειτα ζωή του, δέν πρόκειται νά λάβει κανένα «δῶρο» ἀπό κανέναν.
Στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἰδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει ἡ τιμή πρός τούς Ἁγίους. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων καί χαρακτηρίζεται μεταξύ ἄλλων «κοινωνία Ἁγίων». Τιμή πρός τούς Ἁγίους σημαίνει νά ἀναγνωρίζεται καί νά ἀποδίδεται σ’ αὐτούς ἡ ἀξία πού ἔχουν καί ἡ ἀξία πού τούς πρέπει καί ὄχι ἀξία μικρότερη ἀπ’ αὐτήν πού ἔχουν ἤ ἀπ’ αὐτήν πού τούς πρέπει. Τιμή τῶν Ἁγίων δέν εἶναι ἡ ὑποτίμησή τους. Ἡ ὑποτίμηση τῶν Ἁγίων εἶναι σοβαρότατη πνευματική ἐκτροπή, εἶναι αἵρεση, εἶναι Προτεσταντισμός. Στή συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ Santa Claus, μέ τήν ὁλοκληρωτική ἀλλοίωση τῶν στοιχείων τοῦ βίου καί τῆς πολιτείας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μέ τή γελοιοποίηση τοῦ προσώπου του καί μέ τήν πλήρη διαστροφή τῶν ἱστορικῶν δεδομένων, ἔχουμε μιά σοβαρή καί ἐκτεταμένη ὑποτίμηση ἑνός μεγίστου Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρέπει νά σκεφθοῦμε πολύ σοβαρά ἄν θά ξαναχρησιμοποιήσουμε παραστάσεις τοῦ Santa Claus στούς στολισμούς τῶν ἑορτῶν! Προφανῶς, τό θέμα δέν ἔχει σημασία γιά τήν προτεσταντικῶν καταβολῶν Δύση (Εὐρώπη καί Ἀμερική), γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, ὅμως, ἔχει. Ὁ Προτεσταντισμός, ὅπως εἶναι γνωστό, δέν ἀποδέχεται τήν τιμή τῶν Ἁγίων.
Ἐπιπλέον, τιμᾶμε τούς Ἁγίους ὄχι τόσο γι’ αὐτό πού εἶναι, ἀφοῦ ὅ,τι εἶναι καί ὅ,τι ἔγιναν οἱ Ἅγιοι δέν τό κατόρθωσαν μόνοι τους, ἀλλά τό κατόρθωσαν διά τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς τούς τιμᾶμε ὡς «φίλους Χριστοῦ» καί ὡς «γνησίους θεράποντας (ὑπηρέτες) Χριστοῦ». Αὐτό σημαίνει, ὅτι τελικός ἀποδέκτης τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Διά τῶν Ἁγίων τιμᾶται ὁ Χριστός! Ὅπως «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», ἔτσι καί ἡ τιμή πρός τούς Ἁγίους διαβιβάζεται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι προφανές, ὅτι καί ἀντίστροφα, κάθε ὑποτίμηση τῶν Ἁγίων εἶναι ὑποτίμηση τοῦ Χριστοῦ, κάθε προσβολή τῶν Ἁγίων εἶναι προσβολή τοῦ Χριστοῦ, κάθε γελοιοποίηση τῶν Ἁγίων εἶναι γελοιοποίηση τοῦ Χριστοῦ!
 
Ἱερεύς Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας
a